Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Απόγευμα,  με κουρασμένα μάτια και θλιμμένη καρδιά
 θα ψιθυρίσουμε τα τελευταία λόγια στον φίλο Αντώνη, λόγια αποχαιρετισμού ,
λόγια παρηγοριάς και συμπόνιας , ,
λόγια θυμού για την απώλεια, λόγια οργής για τον νέο άνθρωπο που οι συνθήκες συνέβαλλαν , επεδίωξαν  το γρήγορο φευγιό του απ΄' την ζωή , που απολάμβανε,
 " ωραίος  ως μποέμ ".
- //Κουράστηκε η καρδιά μας να θυμάται και ύστερα έπεσε η νύχτα που δεν περιμένει καμιά αυγή , και ο χρόνος ήταν σαν δεντρογαλιά "μακρύς , σταχτής και κίτρινος , χωρίς άνοιξη , χωρίς καλοκαίρι και δεν υπήρχαν φύλλα καλαμποκιού να  σε  θυμούνται ,
Να ρωτηθούν, τάχα ο" Καρλής " ποιος ήταν , και θα ψάξουν ,
κάτω απ΄τους στίχους τούτους ,για να βρουν το χρώμα που είχαν τα σκονισμένα μάτια σου και τα χαμένα χέρια σου.
Κοιμήσου ήσυχα τώρα τη νύχτα σου //-.
Και εδώ τελειώνει η θλίψη της ποίησης του (Δικταίου)  και εμείς μένουμε για να φωνάξουμε μ'   όση περίσκεψη αρμόζει,  στον φίλο που φεύγει ¨
Θα προσπαθήσουμε να νικήσουμε όπως έλεγες <<την απειλή του "κακού" και την "βαρβαρότητα των πολέμων " , Γιατί μια φορά μας γεννάει η μάνα μας >> και μετά ακουγόταν ένα γέλιο  του, κοροϊδία φάνταζε στον χάρο και τον θάνατο.
Καλά ταξίδια Αντώνη ,με μπόλικο κρασί , ουζάκι και μοσχομυριστές θαλασσινές λιχουδιές , μαζί με τους ήχους του πιο αγαπημένου του τραγουδιού  , ^ Ο  μπατίρης ο Λουκάς ^ ,  που το  απάγγειλες στην παρέα σαν άριστος μαθητής.
Καλό δρόμο φίλε Αντώνη , από όλους μας,
και στις αποσκευές σου πάρε μαζί σου και από εμάς το ποίημα του Κ. Καρυωτάκη
ΤΙ ΝΕΟΙ ΠΟΥ ΦΤΑΣΑΜΕΝ ΕΔΩ...
Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου, δώθε απ' τ' όνειρο και κείθε απ' τη γη!
Οταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,
ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιώνια πληγή.

Με μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο
τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νοιώθουμε τ' άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο,
υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.

Η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα,
μα θάνατο, καθημερνό θάνατο, με χολή
μόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίνα
του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Κι είμαστε νέοι, πολύ

νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ' ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τι να 'χουμε, τι να 'χω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ' έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!


,
.




Δεν υπάρχουν σχόλια: