Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Απόγιομα μιας Αυγουστιάτικης Κυριακής

Απόγευμα Κυριακάτικο , λίγο μετά τον Δεκαπενταύγουστο.
  Η ζέστη είχε υποχωρήσει , μαλάκωσε σιγά σιγά και μπορείς να καθίσεις στο τραπέζι του μικρού μπαλκονιού να απολαύσεις τον απογευματινό καφέ,  να μυρίσεις τους βασιλικούς, που επιβίωσαν και αυτό το Καλοκαίρι.
Ένα κομμάτι ουρανού σκάει από το άνοιγμα των απέναντι πολυκατοικιών , κάποιο αεροπλάνο στον ορίζοντα , που επιστρέφει στο αεροδρόμιο από ένα ταξίδι μακρινό ή κοντινό , ποιος το γνωρίζει ;

Πολλά μπαλκόνια κλειστά. Σηκώνεις τα μάτια ψηλά και μια ηλικιωμένη γυναίκα στο καρεκλάκι της με γυρισμένη λοξά την πλάτη της, αγναντεύει   το Αυγουστιάτικο απόγευμα που φεύγει , εκεί στριμωγμένη στα κάγκελα του μικρού μπαλκονιού.
Κοιτάζεις φευγαλέα και αποσύρεις ευγενικά το βλέμμα προς τα κάτω.
Στο ισόγειο διαμέρισμα , πάντα εκεί στην άκρη του μπαλκονιού , κάποιο παλικαράκι , ξεφυλλίζει ένα βιβλίο ή περιοδικό. Ο ήλιος δείχνει να μην τον έχει χαϊδέψει, άσπρη , χλωμή επιδερμίδα , το άσπρο της κλεισούρας στα ανήλιαγα δωμάτια.
Σκοτώνει την ώρα του κοιτάζοντας πολλές φορές μακριά μασώντας ηλιόσπορους.
 Σε κάποιο άλλο μπαλκόνι εμφανίζεται μια γυναικεία φιγούρα με ξερακιανό πρόσωπο, κουρασμένο  που κάτι πήγε να απλώσει , κάτι να μαζέψει , μισανοίγοντας την πόρτα και κρατώντας την μισανοιγμένη, για να χωθεί πάλι βιαστικά  μέσα στην θαλπωρή  του σπιτιού της.
Ένα ανδρικό κεφάλι μισοφαίνεται , καθισμένος στωικά σ ‘ ένα τραπέζι κοντά στην πόρτα.
Υποψιάζεσαι ότι ούτε αυτοί έφυγαν από την πόλη , εδώ σέρνουν την ζωή τους , ξεχνώντας την θάλασσα, τον καλοκαιριάτικο μεσημεριανό ήλιο , που  ψήνει στο κορμί την αλμύρα.
Πιο χαμηλά σε άλλο μπαλκόνι , λίγους πήχεις από το έδαφος, δύο κόκκινες ξεβαμμένες από τον καιρό πολυθρόνες και ένα τραπεζάκι τσίμα τσίμα να χωράει  στη μέση, ξεκουράζουν δυό εύσωμες  γυναίκες , που συνομιλούν ζωηρά για κάτι που τις απασχολεί.
Συνεχίζουν την συνομιλία και με άλλα θέματα , ίσως πιο βαριεστημένα , γιατί να σηκωθούν  να μπούνε μέσα στο πνιγηρό διαμέρισμα;  Εκεί τουλάχιστον αναπνέουν κάτι από τον αέρα της ζεστής και άχρωμης πόλης.
Σηκώνεις το βλέμμα και βλέπεις δυό περιστέρια φτεροκοπώντας να απαγκιάζουν σ΄ένα περβάζι του απέναντι σκονισμένου, κλειστού παράθυρου.
Τα παρακολουθείς και το μυαλό αρχίζει εκείνες τις περίεργες δαιδαλώδεις διαδρομές , που από το ξάφνιασμα του πετάγματος των περιστεριών , βρίσκεται στο Περιστέρι , εκεί στις Δυτικές συνοικίες .

Κουνάς το κεφάλι , να φύγεις από εκεί , υποψιάζεσαι την παγίδα , που σου έστησε το πέταγμα των πουλιών , αλλά   ο νους εκεί, δεν σου κάνει το χατίρι .
Πρόσφατο ακόμα , νωπό το γεγονός.  Ναι! για κείνο το  ψηλό , γεροδεμένο παιδί  « αθώο γίγαντα », λένε ότι τον φώναζαν οι φίλοι του, το άνεργο παιδί , που  δεν μπόρεσε να γυρίσει με το τρόλεϊ  σπίτι του. Του έλλειπε το εισιτήριο της γραμμής Σύνταγμα – Περιστέρι.
Άνεργος , από φτωχική γειτονιά , του έλλειπε ένα εισιτήριο για να βρεθεί εκεί στη γειτονιά του , στο Περιστέρι , στην πόρτα του σπιτιού του και αργότερα με τους φίλους , που ίσως τον περιμένανε.
Δεν πέρασε με το τρόλεϊ  για την ζωή του, από την ανεργία και τον αγώνα για κάποιο ίσως  καλύτερο αύριο.
Άλλαξε απότομα κατεύθυνση, γιατί η ζωή άγρια και  απάνθρωπη του σφύριξε ¨«εισιτήριο» ή δεν περνάς.
Ο κόσμος βίαιος , ανακατεμένος , θολωμένος με ελάχιστη έως καθόλου ανοχή και γενναιοδωρία.
Οι μέρες που ζούσε σκληρές , - κρίση παρατεταμένη , ανεργία , ύφεση ,απελπισία , ηττοπάθεια, δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει το ταξίδι του στη ζωή και αργότερα ίσως να την άλλαζε.
Αντί για εισιτήριο στο μέλλον ,στη ζωή που του ανήκε , ήταν μόνο δεκαοκτώ χρονών ,- του δώσανε το κέρμα ( εισιτήριο ) για να περάσει απέναντι . Εκεί που δεν ενδιαφέρει αν είσαι νέος, άνεργος με  μικρά  ή μεγάλα όνειρα, με φτερά  δυνατά ή ψαλιδισμένα .
Στις καρδιές όμως των ανθρώπων , των ανθρώπων που βρίσκονται αλληλέγγυοι στην δυστυχία , την ανεργία , στη φτώχεια και την αδικία ,έμεινε σαν πληγή ,σαν ενοχή , έμεινε σαν οργή , σαν υπόσχεση να την αλλάξουν την χαμοζωή και να έχουν όλοι οι νέοι ένα χαμογελαστό εισιτήριο , που θα κλείνει το μάτι στην ελπίδα, στην ζωή.!
Είχε  πια σουρουπώσει για τα καλά.
Από το άνοιγμα των πολυκατοικιών έβλεπες τον ουρανό  πούχε αλλάξει χρώμα και έπαιρνε το μπλε της νύχτας και όλο γινόταν και πιο σκούρο .
Αργότερα ίσως κάποιο νεαρό αστέρι να τρεμοπαίζει κοιτάζοντας κάτω προς τα μπαλκόνια των σπιτιών.
Οι ήχοι αραίωναν σιγά- σιγά .
Σηκώθηκε , μάζεψε τα πράγματα από το τραπέζι του μπαλκονιού .
Ίσως κάποιοι σηκώσουν τα μάτια ψηλά και δουν ένα νεαρό αστέρι να τρεμοπαίζει εκεί σε κάποια γειτονιά, στις γειτονιές της δυτικής όχθης, στις γειτονιές του Κόσμου.

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Από τα συναξάρια του ΠΑΠΑΔΙΑΜΆΝΤΗ

Το Ενιαύσιον θύμα


…..Επί δύο ώρας  ο Καλούμπας και ο Νιόγαμβρος  επερίμεναν τον Μπαμπούκον πότε να έλθη, δια να λύσουν την μπαρούμπαν και αποπλεύσουν.
Επί δύο ώρας ο Μπαμπούκος έτρεχεν από βράχον εις βράχον , από μονοπάτι εις κρημνόν , κυνηγών τον υιόν του , τον Πάπον….
Βάκτρον του γήρατός του , δια να υποβαστάζει τα ρευματισμένα και ξεπαγιασμένα γόνατά του, ο γέρων θαλασσινός δεν είχε παρά τον υιόν του τον Παναγιώτην, τον οποίον είχε παρονοματίσει με γενναίαν θωπείαν  « Πάπον της» η μακαρίτισσα η Αργυρώ , η σύζυγος του Μπαμπούκου.
Αλλά ο Πάπος του έφευγεν . Επηδούσε ν από βράχον εις βράχον , από ακρογιαλιάν εις ακρογιαλιάν. Αγαπούσε πολύ να τρέχει , να χαζεύη και να μην υπακούη.
Όταν δεν ευρίσκετο ει τους αιγιαλούς , κυνηγών καβούρια εις τα θαλάμια, ή μικρά χταποδάκια εν καιρώ γαλ΄ήνης εις τα ρηχά, έτρεχεν εις τα Κοτρώνια , άνωθεν της συνοικίας , επί του βραχώδους λόφου, όπου ήτο κτισμένον, σιμά εις τον ναίσκον του Αγ. Νικολάου, υψηλά εν απόπτω, το σπιτάκι των. Εκυνηγούσε τας φωλεάς.. Δεν άφηνε μικράν κουκουβάγιαν να μεγαλώση , δια να μη λαλούν απαισίως την νύχταν εις τους βράχους. Αν έπεφτε μικρός γλάρος εις τα χέρια του, του έκοφτε τα  
γλυκά, όσα κατόρθωνε να κλέπτη από τον Βασίλην τον Καραμελάν.
Η θαλασσία  εκδρομή έμμελεν να διαρκέσει 48 ώρες ή το πολύ τρεις ημέρας. Ο Μπαμπούκος
Δεν ήθελε να αφήσει τον υιόν του να «ξεμπουρδαλιάζη» και εζήτει να τον πάρη μαζί του. Αλλ΄ ο Πάπος αγαπούσε, ναι , τις βάρκες , αγαπούσε και την θάλασσαν, αλλά δεν έστεργε στην πειθαρχίαν. Η βάρκα εκείνη , επί της οποίας θα έπλεε με δύο άλλους ακόμη ο π[ατήρ του, θα ήτο πλωτή φυλακή  δι΄αυτόν. Κι άμα εμυρίσθη, ότι ο πατήρ του εσκέπτετο να τον πάρη μαζί, εφρόντισε να γίνει άφαντος.
 Ο γέρος τον εκυνήγησε . Μίαν ή δύο φοράς είδε τον «διακαμό του» τον  φεύγοντα  .ίσκιον του, όπισθεν των βράχων. Ο Πάπος ήξευρε πολλά « κατσαμάκια» , ήτοι ελικοειδείς κινήσεις , και τα ποδάρια του « τον άκουαν» . Δεν έπασχε από ρευματισμούς.Ο γέρο Μπαμπούκος που να τον φθάσει… .- Μα έλα  δά! Έκραξε προς αυτόν ο Καλούμπας, άμα τον είδε να έρχεται χωρίς τον υιόν του .έλα και ας κουρεύεται!
--
Καλύτερα λείπει  κι ο μπελάς του, παρετήρησεν ο Νιόγαμπρος.
Ο γέρων θαλασσινός έκυψεν , έλυσε την μπαρούμπα , κι΄ επήδησεν στην βάρκαν . Ομοίως και οι άλλοι δύο.
Ήτο πράγματι πολύ ωργισμένος . Άμα εβγήκεν εις την βάρκαν , εξέχασε να κάμη τον σταυρόν του , μόνον είπε αυτομάτως , χωρίς να σκεφθή :
    - Καλό πνίξιμο , παιδιά!
……..- Κ΄εβάσταξε η ψυχή σου, μωρέ , να μην πας με τον πατέρα σου που σε ήθελε;  Είπεν η Σειραϊνώ άμα ούτος κατεκλίθη τυλιχθείς εις παλαιάν τριμμένην βελέντζαν.
Εις απάντησιν ο Πάπος ήρχισε να ροχαλίζει…………
Το φεγγάρι είχε « πιασθή  χειμωνιάτικο », και όλοι έλεγαν, « δίπλα φεγγάρι, ολόρθος καραβοκύρης» ..
Προς το βράδυ ο καιρός εχάλασεν. Απειλητικά σύννεφα είχον σωρευθή προς βορράν και προς ανατολάς , την νύκτα ο καιρός εχειροτέρευσε πολύ, και προς το πρωί αγρίεψε. Βροχή, άνεμος, τρικυμία…..
Ο Πάπος είχεν αρχίσει να εντρέπεται , διότι δεν είχεν υπάγει με τον πατέρα του. Όλοι οι θαλασσινοί έλεγον, τους ήκουεν αυτός να λέγουν , ότι δια να γίνη τις καλός ναυτικός , πρέπει να περάση από φουρτούναν, από πολλές  μάλιστα φουρτούνες ….
-Κάμε , Θέ μου , έλεγεν ο Πάπος, νάρθη ο πατέρας μου, και να μη με καταριέται που δεν επήγα μαζί του.  Αι μ΄Νικόλα μ΄ ορά , που σ΄έχω γείτονα , ούτε σου έφερα ποτέ κερί και λιβάνι, άχ! Καμμιά φορά έκλεψα κανένα σπίρτο ή κανέν΄απόκερο απ΄ το εκκλησιδάκι σου , μπροστά στο κόνισμά σου , οπού σύ έκανες πως δε με γλέπεις …
…….Ο πατήρ του βεβαίως επνίγετο . Και αυτός δεν ηδύνατο να τον βοηθήση. Ω!, να είχε τόσην  δύναμην, τόσην, όσην ο άνεμος  και η θάλασσα!
Αστραπή διέσχισε το σκότος . Ως εκατόν οργυιάς ανοικτά εις το πέλαγος , είδεν ο Πάπος εν ακαρεί μαύρά τινα σώματα προεξέχοντα άνω του κύματος.
-         Τα΄Αραπάκια ! επρόφερεν εν μέσω των λυγμών του ο νέος. Απάνω στ΄Αραπάκια έπεσαν . Ω, κι εγώ που δεν επήγα μαζί  τους.. …
Την ογδόην ημέραν από της εκδρομής των , τα πτώματα των δύο πνιγμένων ηλιεύθησαν πλησίον ερήμου ακτής. Το τρίτον δεν ευρέθη. Ω, τις θα διηγηθή τα συναξάρια  των θαλασσομαρτύρων τούτων , των βιοπαλαιστών , των αξίων παντός οίκτου και συμπαθείας;
Κατά παν έτος η θάλασσα μας ζητεί το θύμα της!
Όταν μετά  την συμφοράν επανείδε τον Πάπον , όστις εφαίνετο τόσο σύννους και σοβαρός ώστε εφάνη ότι δια της συμφοράς είχε γίνει διά μιάς ανήρ , η πτωχή Σειραϊνώ  το Κουρτεσάκι κλαίουσα όσα δάκρυα της είχαν μείνει από τα ιδικά της παθήματα, η πρώτη λέξις την οποίαν εύρε να του είπη ήτον:
-         Καλά που δεν επήγες μαζί, παιδάκι μου.-

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012



Μια μακρινή «άλλη» ιστορία



Η ιστορία αυτή εξελίσσεται στην Φιλοθέη , σ ένα αστικό περιβάλλον , ας πούμε στο σπίτι του Θήτα υπουργού.
Εκεί στο σαλόνι του σπιτιού ,μπροστά στον Θήτα, την γυναίκατου, τον εραστή της και την νεαρή Λουκία (από κάποιο έμπιστο γραφείο που τροφοδοτούσε τα υψηλά πρόσωπα ) εμφανίζεται ο Θεός , παντοδύναμος μα κουρασμένος , παντογνώστης αλλά και μόνος.

Έκπληκτοι όλοι , μα και ο Θεός, που συνειδητοποιεί ότι οι άνθρωποι όχι μόνο έχουν κατασκευάσει και λατρεύουν μια πλαστή εικόνα του , αλλά ότι έχει και γιό !
Καλείται τότε ο Χριστός για να αποδείξει την συγγένεια και να λύσει την παρεξήγηση.!
Ο Χριστός οργισμένος από το βλάσφημο θράσος τους, παρόλο που ήθελε να πάρει το βούρδουλα και να τους κυνηγήσει ,όπως κυνήγησε κάποτε τους μικροπωλητές έξω από τον ναό του Κυρίου΄
βάλθηκε να εξηγεί τη θέση του, αφού δεν ήθελε να εκτεθεί στα μάτια των περίεργων αυτών ανθρώπων.
- « Εσύ είσαι ο πατέρας μου;» Ρώτησε ο Χριστός
- « Εγώ απλά είμαι ο Θεός, εσύ έχεις ισχυριστεί ότι είμαι ο πατέρας σου,» είπε ο Θεός ήρεμα.

Και τώρα τα επιχειρήματα του παντογνώστη Θεού.
- « Αρχικά να πούμε ότι ο πραγματικός σου, ο θνητός σου πατέρας, δεν ήταν ο Ιωσήφ, αλλά ο Ιούδας από τα Γάμαλα , που ήταν Ζηλωτής, δηλ. ένας επαναστάτης άνθρωπος ενάντια στους Ρωμαίους και δεν πίστεψε ποτέ του στον ερχομό κάποιου μεσσία , που θα τους λύτρωνε από τα δεσμά των Ρωμαίων.
Ακόμη ότι είσαι ο πρωτότοκος γιός , ότι είχες άλλα τέσσερα αδέλφια και ότι πέθανες εβδομήντα δύο ετών και όχι τριάντα δύο.
Αναμφισβήτητα σταυρώθηκες , αλλά δεν πέθανες επάνω στο σταυρό.
Ήρθαν κάποιοι φίλοι σου, λαδώσανε τους φρουρούς , σε ξεκρέμασαν από τον σταυρό πριν πεθάνεις , σε γιάτρεψαν από τις πληγές και στη συνέχεια παρουσιάστηκες στους μαθητές
σου και εκείνοι που σε είδαν ζωντανό, πίστεψαν ότι αναστήθηκες .»

Τώρα οι απαντήσεις του Χριστού μετά τις αποκαλυπτικές λεπτομέρειες της ζωής του.
- « Εγώ Κύριε, όπως όλοι οι άνθρωποι είχα στη ζωή μου φιλοδοξίες. Η βαρβαρότητα των Ρωμαίων μου έδωσε την ευκαιρία να γίνω Επαναστάτης, με σκοπό να λυτρώσω τον ιουδαϊκό
λαό , από τα δεσμά του και στη συνέχεια να γίνω βασιλιάς των ιουδαίων.
Και συνοπτικά , επειδή ήμουν ένας απλός νέος της εποχής μου, για να γίνω όλα
αυτά έπρεπε να καταστρώσω ένα σχέδιο , που θα το αποδεχόταν όλος ο κόσμος.

Την εποχή όμως εκείνοι οι άνθρωποι ήταν ανασφαλείς , κυνηγημένοι και φοβισμένοι
και ότι τους έλεγες το πίστευαν και πάνω απ΄ όλα είχαν ανάγκη από έναν αρχηγό.
Σκέφτηκα λοιπόν να γίνω ο αρχηγός τους ,ο σωτήρας τους και για να γίνω πιστευτός έπρεπε να τους σερβίρω με τέχνη ένα όμορφο παραμύθι.
Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι δεν σε ήξεραν βέβαια ,αλλά σε λάτρευαν και μόνο από σένα περίμεναν τη λύτρωσή τους από τους Ρωμαίους.
Έτσι και εγώ σκέφτηκα και είπα : αφού οι άνθρωποι λατρεύουν και πιστεύουν στο Θεό, γιατί να μην πιστέψουν και στο γιό του;
Μερικοί βέβαια δεν πίστεψαν, αλλά ο απλός λαός δέχτηκε με ανακούφιση την παρουσία μου και πίστεψε ότι είμαι πράγματι γιός σου. Σιγά σιγά το πίστεψα και εγώ ο ίδιος και πάνω σ αυτό στήριξα τα θεμέλια όλης της δράσης μου.

Όμως τότε , Κύριε άρχισε και ο γολγοθάς μου.
Οι Ρωμαίοι μόλις πληροφορήθηκαν τον σκοπό μου, ότι ήθελα να τους εκδιώξω από
τη χώρα μου αποφάσισαν να με εξοντώσουν.
Τότε απευθύνθηκα σε μερικούς πλούσιους ανθρώπους να βοηθήσουν τον αγώνα μας, αλλά με τα ψίχουλα που μας δώσανε και χωρίς καμιά οικονομική δυνατότητα , το μόνο όπλο που είχαμε ήταν η πίστη μας σε σένα και αυτό μας κράταγε ζωντανούς στον αγώνα μας.
Ο λαός μου όμως πεινούσε , τα συσσίτια μας ήταν πενιχρά και αναγκαστήκαμε να κάνουμε και κάποιες ληστείες .
Κυνηγήθηκα όσο κανένας άλλος εκείνη την εποχή, με απαρνήθηκαν όλοι, τα αδέλφια, η μητέρα μου .
Βέβαια έφταιξα και εγώ που είχα αυτοανακηρυχθεί βασιλιάς της Παλαιστίνης , και παρουσιαζόμουν με υπερφυσικές θαυματοποιές δυνάμεις.
Όμως τότε αυτό ήθελε ο κόσμος , απογοητευμένος από την άθλια και εξευτελιστική ζωή του , ζητούσε σαν λύτρωση τη βασιλεία των ουρανών και εγώ την υποσχόμουν, ζητούσε την ελευθερία του και εγώ την υποσχόμουν, ζητούσε τη συμπαράσταση του θεού και εγώ την υποσχόμουν, ζητούσε την αιώνια ζωή κι εγώ του έλεγα ότι την είχε κιόλας κερδίσει!
Κανένας όμως δεν μπορεί να αρνηθεί ότι αυτό τον κόσμο τον αγάπησα και έφτασα για χάρη του μέχρι το σταυρό.
Με σταύρωσε το ιερατείο , που φοβόταν μη χάσει τα προνόμιά του και τα οικονομικά οφέλη από τις εκκλησίες και οι Ρωμαίοι αξιωματούχοι .
Τελείως αβασάνιστα ο Πιλάτος και με την πίεση του ιερατείου με καταδίκασε για εσχάτη προδοσία και μαζί μου δύο υπέροχους στασιαστές τον Βαραβά και κάποιον άλλον.
- Και εκει στο σταυρό απελπισμένος
Κύριε σου φώναξα * Θεέ μου , γιατί με εγκατέλειψες* και εσύ όπως φάνηκε δεν με είχες εγκαταλείψει τελείως , γιατί μετά από τέσσερις ώρες δυό
φίλοι μου προύχοντες ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος , πλήρωσαν τους φρουρούς μου, με
ξεκρέμασαν από τον σταυρό ,με φυγάδευσαν και με περιποιήθηκαν . έγινα καλά και
παρουσιάσθηκα στους μαθητές μου και σ΄αρκετούς οπαδούς και φίλους και όλοι πίστεψαν ότι αναστήθηκα.
Την υπόλοιπη όμως ζωή μου την πέρασα κρυμμένος στη Γαλιλαία , δεν ξαναφανερώθηκα δημόσια στον κόσμο, γιατί αν οι Ρωμαίοι με έβλεπαν θα με ξανασταύρωναν.
Ήταν όμως προτιμότερο να πιστεύει ο κόσμος ότι είχα αναστηθεί και αναληφθεί εις τους ουρανούς για να βρεθώ δίπλα σου.
Το θλιβερό για μένα είναι ότι δεν κατάφερα να φέρω εις πέρας το έργο
μου και να γλιτώσω τον κακόμοιρο τον κόσμο από την αθλιότητα και τη δυστυχία
του εκείνη την εποχή!

- Τώρα τι απέγιναν όλοι όσοι παρευρέθηκαν εκείνο το βράδυ στο σπίτι της Φιλοθέης ας σκεφτεί ο καθένας ότι του ταιριάζει περισσότερο.
Αν θέλει να μάθει την ιστορία όπως την έγραψε ο συγγραφέας , το βιβλίο
είναι :

« Η Δευτέρα παρουσία σε απευθείας μετάδοση »
του συγγραφέα Μπάμπη Τσικληρόπουλου , εκδόσεις Πατάκη.

ο πίνακας είναι " το όραμα του Ιωάννη, του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου "

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Πεζά ποιήματα « Σαρλ Πιερ Μπωντλαίρ ( Baudelaire) » του ποιητή , που άφησε πίσω του
τις πλάνες του ρομαντισμού.
^ Παρίσι, 9 Απριλίου 1821 -31 Αυγούστου 1867,

(Δεν μπορώ να συλλάβω κάποιο τύπο ομορφιάς, στον
οποίο δεν υπάρχει μελαγχολία
.)

(ο πίνακας είναι του Eugène Delacroix (Ντελακρουά) (1798-1863)


ΜΕΘΥΣΤΕ
Πρέπει να ΄ σαι μεθυσμένος. Εκεί είναι όλη η ιστορία:
Είναι το μοναδικό πρόβλημα.
Για να μη νιώθετε το φριχτό φορτίο
του χρόνου που σπάζει τους
ώμους σας και σας γέρνει στη γη, πρέπει
να μεθάτε αδιάκοπα.
Αλλά με τι ; Με κρασί, μεποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει.
Αλλά μεθύστε.
Και αν μερικές φορές , στα σκαλιά ενός παλατιού, στο πράσινο xορτάρι ενός χαντακιού ,

μέσα στη σκυθρωπή μοναξιά της κάμαράς σας,
ξυπνάτε, με το μεθύσι κιόλα ελαττωμένο ή χαμένο,

ρωτήστε τον αέρα , το κύμα , το άστρο, το πουλί , το ρολόι ,
το κάθε τι που φεύγει ,
το κάθε τι που βογκά,
το κάθε τι που κυλά,
το κάθε τι που τραγουδά,
ρωτήστε τι ώρα είναι ΄ και ο
αέρας, το κύμα, το άστρο, το πουλί , το ρολόι , θα σας απαντήσουν:
« Είναι η ώρα να μεθύστε !
Για να μην είσαστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του xρόνου, μεθύστε χωρίς διακοπή!

Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει ».

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

το ταξιδι


ένα ποίημα αστράφτει απρόσιτο σε μια άσχετη μέρα
Στον σταθμό του μετρό.
Συνωστισμός ανάμεσα σε αφίσες
σ΄ένα φως νεκρό που κοιτούσε επίμονα.
__
το τρένο ήρθε και παρέλαβε
πρόσωπα και χαρτοφύλακες.
__
Κατόπιν σκοτάδι. Καθόμασταν
στα βαγόνια σαν αγάλματα
που σέρνονταν στις σπηλιές.
Εξαναγκασμός, όνειρα, εξαναγκασμός.
___
Στους σταθμούς κάτω απ΄ την επιφάνεια της θάλασσας
πουλούσαν τα νέα της νύχτας.
Ο κόσμος ήταν σε κίνηση, θλιμμένος,
σιωπηλός κάτω απ΄τις πλάκες των ρολογιών.
__
Το τρένο μετέφερε
πανωφόρια και ψυχές.
__
Ματιές προς όλες τις κατευθύνσεις
στο ταξίδι μέσ΄απ΄το βουνό.
Καμιά αλλαγή ακόμη.
___
Όταν πλησιάσαμε την επιφάνεια όμως
άρχισαν οι αγριομέλισσες της ελευθερίας να ζουζουνίζουν.
Βγήκαμε από τη γη.
__
Η ύπαιθρος χτύπησησε μια φορά
τα φτερά της κι έμενε ακίνητη
κάτω από τα πόδια μας, απλωμένη και πράσινη.
___
Ο αέρας γέμισε
την αποβάθρα με σταχυα.
___
Τελευταίος σταθμός! Ακολούθησα
τους άλλους που απομακρύνονταν.
___
Πόσοι να ήταν; Τέσσερις,
πέντε. Μετά βίας περισσότεροι.
___
Σπίτια, δρόμοι , σύννεφα ,
γαλάζιοι όρμοι, βουνά
άνοιξαν τα παράθυρά τους.
___
Tomas Transtromer : "Τα ποιήματα"
____
ο πίνακας είναι του -Paul Signac-

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

καλά χριστούγεννα





και το καράβι να σφυρίζει ; για ... ... ... ότι οειρεύεται ο καθένας μας

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

" Είναι ο καπιταλισμός ηλίθιε "






όπου τα ανθρώπινα όντα δεν μετράνε ' όλα έχουν μια τιμή '

όλα αγοράζονται και πωλούνται.

Δυστυχώς η ιστορία δεν είναι ένα τρένο που προχωράει ευθύγραμμα

προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση , προς την " πρόοδο"!


....και ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,

κι οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.