Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

….  …Τα έχω πολύ καιρό .
Φαντάζομαι πως θα μπορούσα να τα πιάσω με τα χέρια αν ήθελα, 
μα όποιος πιάνει τους κροταλίες με τα χέρια ,   αργά ή γρήγορα , αρπάζει μια  δαγκωνιά. «  Απλώς δεν θέλω να το ρισκάρω».
Κοίταξε τη γυναίκα . Δεν ήθελε να βάλει το ποντίκι  μέσα.  Εκείνη είχε μετακινηθεί μπροστά στο νέο κλουβί    ΄τα μαύρα μάτια της ήταν πάλι καρφωμένα στο πετρωμένο κεφάλι του φιδιού.
Είπε ¨ « Βάλτε μέσα το ποντίκι ».
Εκείνος πήγε απρόθυμα στο κλουβί με τους ποντικούς . Για κάποιον λόγο , λυπόταν τον ποντικό , και τέτοιο συναίσθημα δεν είχε ξανανιώσει πριν.
 Τα μάτια του πλανήθηκαν πάνω στη μάζα των αναρριχώμενων λευκών κορμιών , που στριμώχνονταν για να σκαρφαλώσουν στην συρμάτινη  σίτα προς το μέρος του.
«Ποιό ;» σκέφτηκε , « ποιό θα πρέπει να πάει; »
Ξαφνικά στράφηκε οργισμένος στη γυναίκα .
« Δε θα προτιμούσατε να βάλω μια γάτα; Έτσι θα βλέπατε πραγματική μάχη. Η γάτα θα μπορούσε ακόμα και να νικήσει , κι αν το κατάφερνε ίσως να  σκότωνε το φίδι. Θα σας πουλήσω μια γάτα αν θέλετε».
 Εκείνη δεν τον κοίταζε ΄ - Βάλτε έναν ποντικό» , είπε « Θέλω να φάει »
Ο δρ. Φίλιπς άνοιξε το κλουβί με τους ποντικούς και έχωσε   μέσα το χέρι του…. Προχώρησε γρήγορα , διασχίζοντας το δωμάτιο , άνοιξε το κλουβί και έριξε τον ποντικό στον πάτο με την άμμο . « Και τώρα κοιτάξτε», φώναξε.
Η γυναίκα δεν του απάντησε ΄τα μάτια της ήταν καρφωμένα στο φίδι, που κείτονταν ακίνητο. .
Ο ποντικός προσγειώθηκε στα πόδια του , στράφηκε γύρω του και μύρισε την ρόδινη γυμνή ουρά του , και ύστερα έκανε ένα αδιάφορο τροχαδάκι πάνω στην άμμο , μυρίζοντας , καθώς προχωρούσε.  Το δωμάτιο ήταν σιωπηλό .
Ο δρ. Φίλιπς δεν ήξερε αν ήταν το νερό που αναστέναζε ανάμεσα στους πασσάλους  ή η νέα γυναίκα. Με την άκρη του ματιού του είδε το κορμί της να ζαρώνει και να κοκαλώνει.
Το φίδι κινήθηκε απαλά , αργά . Η γλώσσα τρεμόπαιζε μέσα έξω. ..
Στην άλλη άκρη του κλουβιού ο ποντικός σήκωσε ζωηρά το κεφάλι του κι ανακάθισε και άρχισε να γλείφει το φίνο άσπρο τρίχωμα στο στήθος του.
 Το φίδι κινήθηκε σχηματίζοντας πάντα μια βαθιά καμπύλη S  στο λαιμό του.
Ο νεαρός ένιωσε τη σιωπή να σφύζει ...  είπε δυνατά : « κοιτάξτε!  Έχει έτοιμη την καμπύλη της επίθεσης. Οι κροταλίες είναι δειλά ζώα . Το φίδι κερδίζει την τροφή του σε μια επιχείρηση τόσο επιδέξια , όσο και η δουλειά του χειρούργου. Δεν κάνει αστεία με τα εργαλεία του ».
 Το φίδι είχε συρθεί ως τη μέση του κλουβιού . Ο ποντικός κοίταξε,  είδε το φίδι και ύστερα συνέχισε να γλείφει ξένοιαστος το στέρνο του . …
Το φίδι είχε πλησιάσει πια .Το κεφάλι του ανασηκώθηκε λίγους πόντους απ΄ την άμμο. Ταλαντεύτηκε μπρος πίσω , σκοπεύοντας , υπολογίζοντας, την απόσταση , σημαδεύοντας .
Ο δρ. Φίλιπς κοίταξε πάλι την γυναίκα .Του  ΄ρθε να ξεράσει . Λικνιζόταν και κείνη , όχι πολύ , μια ιδέα μονάχα.
Ο ποντικός ανασήκωσε το κεφάλι του και είδε το φίδι. Έπεσε στα τέσσερα και ανασηκώθηκε , κι ύστερα – το χτύπημα . Ήταν αδύνατο να το δεις , μονάχα μια αστραπή . Ο ποντικός κλονίστηκε ,χτυπημένος θαρρείς από κάτι αόρατο.
Το φίδι γύρισε βιαστικά στην γωνιά του ….,  ο ποντικός έστεκε ασάλευτος , ανασαίνοντας σα μικρό άσπρο φυσερό.
Ξαφνικά τινάχτηκε στον αέρα και έπεσε στο πλευρό. Τα πόδια του σπαρτάρισαν για ένα δευτερόλεπτο ΄ ήταν νεκρός…..
Τα σαγόνια του έκλεισαν ξαναμπαίνοντας στη θέση τους και το μεγάλο φίδι σύρθηκε βαριά στη γωνιά, σχημάτισε ένα μεγάλο οχτάρι και έριξε το κεφάλι του στην άμμο.
« Αποκοιμήθηκε τώρα », είπε η γυναίκα . « Φεύγω και εγώ ….να το θυμάστε είναι δικό μου »…
Ο δρ Φίλιπς γύρισε μια καρέκλα και κάθισε μπροστά από το κλουβί του φιδιού.
Προσπάθησε να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις του ..
« Ίσως  να ΄πρεπε να το σκοτώσω το φίδι. Αν ήξερα – όχι  δε μπορώ, δεν έχω που να προσευχηθώ ».
Βδομάδες ολόκληρες την  περίμενε να γυρίσει . « θα βγω έξω και θα την αφήσω μόνη , αν ξανάρθει , αποφάσισε . Δε θα ξαναδώ αυτό το καταραμένο πράγμα».
Δεν ξαναγύρισε ποτέ.  Μήνες την αναζητούσε.

(  Η μακριά κοιλάδα / Τζων Στάινμπεκ )
(η φωτό από πίνακα στο μουσείο Φρυσίρα)

Δεν υπάρχουν σχόλια: