Σάββατο, 30 Μαΐου 2009

ΕΚΛΟΓΕς ΣΕ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΟ!

Η ώρα της απόφασης (αχ ) )!

Ψηφοφόροι που δεν πήγαν στις παραλίες και στο κυνήγι του πρώϊμου Καλοκαιριού, αλλά αφού ψήφισαν το γλεντούν κοιτάζοντας προς την " Εσπερία " μπας και τούτη τη φορά αλλάξει κάτι ;

Ψηφοφόροι ετεροδημότες !

Προεκλογικές ζυμώσεις!

Εδώ μόλις τέλειωσε η ομιλία του αρχηγού!

Και τώρα που τελειώνουν οι επιδοτήσεις και οι αγρότες είναι παραγκωνισμένοι
στις πενιχρές συντάξεις , τι κάνουμε πατριώτες ;

Τρίτη, 19 Μαΐου 2009

εκτός από τις εκλογές υπάρχει και η τέχνη *

Ενόψει κλίματος Ευρωεκλογών , ονομάτων που θα μπουν επικεφαλής ,
σημειωτικά να παραπέμπουν κάπου,
καινούργιων σχηματισμών μικρών και μικρότερων ,
όπως οι Οικολόγοι – Πράσινοι , με ονόματα από « άξιους ανθρώπους »
και δεί της τέχνης , να μας κλείνουν το μάτι να τους εμπιστευτούμε και να τους ωθήσουμε για την Ευρωβουλή!

Όπου εκεί θα παλέψουν για την διάσωση της γης , από την μόλυνση , τον αφανισμό των ποταμών ,
λιμνών , το λιώσιμο των πάγων , τις εκπομπές ρύπων , της φύσης με λίγα λόγια , γιατί δεν μπορεί να ζήσει και να δημιουργήσει ο άνθρωπος αν δεν είναι εναρμονισμένος μαζί της.

Ναι ! για όλα αυτά , πως αλλιώς θα μπορούσε να προχωρήσει ο κόσμος μας;
Αλλά εκεί στην Ευρωβουλή είναι και τα Σύμφωνα Νομισματικής Σταθερότητας , οι πολιτικές του Μάαστριχ ,
οι συντηρητικές πολιτικές και η επιτήρηση των οικονομιών των χωρών μελών αν ξεφύγουν από τους επιθυμητούς αριθμούς σε ( Ελλείμματα, ΑΕΠ, Ισοζύγια , Επιδοτήσεις, προϋπολογισμοί, κ.τ.λ.).
Για όλα αυτά, τα κόμματα έχουν άξονες πολιτικής αντιμετώπισης και προγράμματα και τα παρουσιάζουν .
Μήπως λέω, καλοπροαίρετη επιφύλαξη , έτσι χωρίς κόστος για τα παραπέρα δύσκολα της οικονομικής κρίσης του νεοφιλελευθερισμού και των συνεπειών της , ζητείται η ψήφος των πολιτών κατευθυνόμενη μονοδιάστατα και ανώδυνα μόνο στην οικολογία;
Αγωνιούμε λίγο έως πολύ , περισσότερο οι πλέον συνειδητοί για την αποξένωσή μας από τη φύση, την καταστροφή του περιβάλλοντος , την καταστροφή της γης, την αλλοίωση της ζωής, αλλά σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση,
την ολοένα και αυξανόμενη ανεργία, τους καθηλωμένους μισθούς , την υγεία , την παιδεία , τις συντάξεις, την φτώχεια και την απαξία των αξιών.

Καλοπροαίρετα σκέφτομαι ότι λίγο ανέξοδη και εύκολη λύση , ίσως λέω είναι η κατάθεση της ψήφου μας μόνο προς την οικολογία, που μας ζητάνε να τη διαχειριστούν!
Αλλά στα ονόματα που είναι επικεφαλής , άξιοι άνθρωποι ναι ,κάποιοι, όχι πολύ μακριά στον χρόνο πίσω, επιχειρηματολογούσαν στα Μ.Μ.Ε σε άλλους πολιτικούς σχηματισμούς « να τ΄αλλάξουν όλα στο κόμμα τους »…., πάλι τώρα με ευκολία προσαρμοστικότητας μας κατευθύνουν διαφορετικά!…….....

- Αλλάζοντας όμως θέμα θα αναφερθώ στην τέχνη , που μας ομορφαίνει την ζωή και τον κόσμο μας.

Στην έκθεση « το πορτρέτο ενός μουσείου »,από τη Συλλογή Αβέρωφ στο Μουσείο Μπενάκη , το κοινό ήρθε σε επαφή με έργα Ελληνων ζωγράφων του 19ου και 20ου αιώνα .
Μέσα από την συλλογή αποτυπωνόταν η πορεία της νεοελληνικής τέχνης από τον 19ου αιώνα , αιώνα κατεξοχήν του ιμπρεσιονισμού , μέχρι σήμερα.

Ξεχώριζαν έργα του Π. Πανταζή, Μ. Οικονόμου , Ν. Λύτρα, Γ. Μόραλη, Χατζηκυριάκου – Γκίκα, Γ. Ροιλού, Γ. Σπυρόπουλου , Μ. Χάρου, Θ. Απάρτη κ.α

«Το σπίτι που ονειρεύεται », έργο του Μ. Οικονόμου , στάθηκε η αφορμή για να αναφερθώ σ΄αυτόν τον ιμπρεσιονιστή μεγάλο ζωγράφο.
Το χρώμα του μελιού σε απαλή αρμονία με το γκρίζο μπλέ των νερών , κάνουν το σπίτι να μοιάζει σαν κομμάτι ονείρου , γαλήνης και παντοτινής επιστροφής στο τοπίο αυτό.

Μιχάλης Οικονόμου
(1888-1933)
Ο Μιχάλης Οικονόμου ήταν διακεκριμένος Ελληνας Ζωγράφος της εποχής του Μεσοπολέμου.
Γεννήθηκε στον Πειραιά και πήρε τα πρώτα μαθήματα από τον θαλασσογράφο Κ. Βολανάκη.
Το 1906 πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει ναυπηγική , αλλά γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών,
όπου γνωρίζεται με τους κύκλους του μοντερνισμού και συμμετέχει στην καλλιτεχνική ζωή της πόλης.
Από το 1913 έως 1926 έκανε δύο ατομικές εκθέσεις στο Παρίσι και στο Λονδίνο .
Επιστρέφει στην Αθήνα το 1926 και κάνει την πρώτη του έκθεση στον “ Παρνασσό ”
και αργότερα στο φουαγιέ του Δημοτικού θεάτρου Πειραιά .
Το έργο του, που αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από τοπιογραφίες από την Νότιο Γαλλία και την Ελλάδα, χαρακτηρίζεται ως γνήσιο ιμπρεσιονιστικό.
Ζωγραφίζει τοπία με έντονο ρομαντικό αίσθημα, το τοπίο πλέον είναι ψυχική κατάσταση γι΄αυτόν.

Το έργο του διακρίνεται για την αβρότητά του, το λεπτό συναισθηματισμό και την ονειρική ατμόσφαιρα που περικλείνει.
Πεθαίνει τον Μάιο του 1933, στο Δρομοκαΐτειο χτυπημένος από προϊούσα εγκεφαλική παράλυση.
Το ζωγραφικό του έργο θαυμάστηκε και εκτιμήθηκε μετά τον θάνατό του.
Ο παρακάτω πίνακας είναι η " κόκκινη τέντα " (1929) .
Είναι ένας χρωματικός “ διάλογος” ψυχρών και θερμών χρωμάτων ,
με σχήματα ρευστά , χωρίς να υπάρχει μια στέρεη , ευθεία γραμμή,
σαν να βλέπουμε το τοπίο σε αντικατοπτρισμό!
* Βλέπετε , θυμήθηκα ένα παλιό σλόγκαν που κάποτε λέγαμε
" εκτός από τον ιμπεριαλισμό , υπάρχει και η μοναξιά"!!

Κυριακή, 10 Μαΐου 2009

Ο Δρόμος της Μοναξιάς



Πάντα ζήλευα τους ανθρώπους που γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν στον ίδιο τόπο, στο ίδιο σπίτι, στην ίδια οδό, χωρίς να μετακινηθούν ποτέ, ούτε κατά έναν αριθμό, προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Είναι οι άνθρωποι που ποτέ δεν χρησιμοποίησαν τη φράση "Όταν έμενα στην οδό τάδε...", είναι αυτοί που ποτέ δεν τους έχασαν οι φίλοι, οι δικοί τους ή οι διάφορες δημόσιες υπηρεσίες. Ποτέ, επιστολές, που απευθύνονταν προς αυτούς, δεν επεστράφησαν στον αποστολέα με την ένδειξη "Αγνώστου Διευθύνσεως", γιατί ήταν πάντα εκεί, αμετακίνητοι, πιστοί στην ιδιότητα του παραλήπτη. Είναι οι άνθρωποι που λένε, με κάποιο κρυφό καμάρι: "Αυτό είναι το πατρικό μου σπίτι".
Εγώ, ελλείψει πατρικού σπιτιού και βιοτικής σταθερότητος, έγινα συλλογέας διευθύνσεως, εντός και εκτός της χώρας. Στα συρτάρια της μνήμης μου συνωστίζεται ένα πλήθος από οδούς και λεωφόρους, rues και avenues, straten και lanen, streets και avenues, vie και viali, calles και avenidas...
Όλες αυτές οι διαρκείς μετακινήσεις είχαν ως αποτέλεσμα να καταστεί ο δρόμος σύμβολο σταθερό στη ζωή μου και στην ποίησή μου, και να φτάσω κάποτε στο ακραίο σημείο να ταυτίζομαι μαζί του. Ως παράδειγμα, παραθέτω την τελευταία στροφή από το ποίημα "Διασπορά" (Σχήματα απουσίας, 1973):
Στο δρόμο, πάλι στο δρόμο,
οδοιπόροι και πορείες,
διανύοντας τον εαυτό μας,
χαμένοι μες στον εαυτό μας.
Εν προκειμένω, δεν πρέπει να παρεξηγηθεί το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο??? το ποίημα έχει γραφτεί για τη δική μου σχέση με τον δρόμο, αλλά οι ποιητές, αδύναμα άτομα, συχνά αναζητούν συντρόφους στην περιπέτειά τους. Η μοναξιά γίνεται έτσι λιγότερο ανυπόφορη, αφού δεν είναι δυνατό να εξαλειφθεί εντελώς.
Το ίδιο περίπου συμβαίνει και με το επόμενο μικρό πεζοποίημα, το VII από τις "Δώδεκα σπουδές" (Λεκτικά τοπία, 1983). Εδώ, ο ποιητής, ως υποκριτής που είναι, υιοθετεί το δεύτερο ενικό πρόσωπο, θέλοντας να δείξει ότι έχει πάρει, δήθεν, τις αποστάσεις του και παρακολουθεί, σαν απλός παρατηρητής, την τραγική ταύτιση κάποιου άλλου με τον δρόμο:
Ο δρόμος ξεκίναγε από μέσα του, τον τύλιγε σφιχτά ένα γύρο και ξαναγύρναγε μέσα του. Αυτός έμενε ακίνητος.
Πού να πάω, έλεγε, τόσο μεγάλη απόσταση πώς να τη διανύσω, έλεγε.
Βέβαια, σε κάθε ερωτική σχέση, επέρχονται ενίοτε ρήξεις και συγκρούσεις και αμφισβητήσεις...
Σε μια τέτοια λοιπόν φάση της σχέσεώς μου με τον δρόμο (αν θυμάμαι καλά, ήταν μια εποχή που νόμιζα ότι κάπου είχα ριζώσει), και χωρίς να ξέρω τι ακριβώς σκεφτόταν αυτός για μένα, προσπάθησα να τον αντιμετωπίσω ψυχρά και αντικειμενικά, φτάνοντας μέχρι του σημείου να αμφισβητήσω ακόμη και την ύπαρξή του. Έτσι προέκυψε το ποίημα Ι' (Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη, 1986):
Ο δρόμος από κάπου αρχινά, κάπου τελειώνει. Όσοι τον διανύουν πάνε κάπου??? ο ίδιος πουθενά δεν πάει. Όσοι τον διανύουν ξέρουν την αρχή του και το τέλος του??? η αρχή του δρόμου δεν ξέρει το τέλος του, ποτέ δεν έφτασε έως εκεί??? το τέλος του δρόμου δεν ξέρει την αρχή του, ποτέ δεν ξεκίνησε απ' αυτήν.


"Παίρνω το δρόμο", λέμε, αλλά ποτέ δεν πάρθηκε κανένας δρόμος.
"Χάνω το δρόμο", λέμε, αλλά ποτέ δεν χάθηκε κανένας δρόμος.
"Γυναίκα του δρόμου, παιδί του δρόμου", λέμε, αλλά ποτέ δεν είχε ούτε γυναίκα ούτε παιδί ο δρόμος.
Παράξενο, αλήθεια... Αναφερόμαστε σ' αυτόν σαν να 'ταν κάποιο πρόσωπο ή ζώο ή πράγμα... Λες να φοβόμαστε στο βάθος ότι δεν υπάρχει δρόμος, ότι δεν υπάρχουν παρά σπίτια ή χωράφια ή δάση δεξιά και αριστερά από μιαν έμμονη ιδέα που τη λέμε δρόμο;
Γράφοντας αυτό το ποίημα, νόμιζα ότι απομυθοποιούσα επιτέλους τον δρόμο, ότι τερμάτιζα μιαν άρρωστη σχέση που μάλλον οδύνη παρά ηδονή μου 'χε προσφέρει.
Φρούδες ελπίδες...
Αμέτρητες φορές ξανακύλησα κι άλλες τόσες επεχείρησα εκ νέου την ίαση, για να ξανακυλήσω, μέχρι που έκοψα με μαχαίρι τα ταξίδια και έχτισα ένα σπίτι στο πουθενά, μακριά από πόλεις, οδούς και αριθμούς, μακριά ακόμη κι από χωριά, σ' ένα απλό τοπίο. Μοναδική πρόσβαση στο σπίτι αυτό ένα μονοπάτι που τελειώνει στην αυλή μου, ένα αδιέξοδο. Έχω πια γλιτώσει, έχω λυτρωθεί απ' τη μανία της μετακίνησης, από τη σχιζοφρένεια της ταύτισής μου με τον δρόμο.
Ωστόσο, κάθε σοβαρή αρρώστια, ακόμη κι όταν περνάει, αφήνει πάντα κάποιο κουσούρι, όπως, ας πούμε, η βαριά πνευμονία ένα επίμονο βηχαλάκι. Έτσι, πιάνω, πού και πού, τον εαυτό μου ν' αναρωτιέται:
Ο δρόμος που τελειώνει σ' αδιέξοδο
ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις;


Σ' αυτές τις δύσκολες στιγμές, ψιθυρίζω, σαν ξόρκι, τον στίχο του Γιαπωνέζου ποιητή Καμιμούρα Γιουτάκα: "Μείνε ακίνητος, αφού, όπου κι αν πας, στο ίδιο μέρος θα βρεθείς" ή εκείνον του δικού μας, του Ηρακλείτου: "Οδός άνω κάτω μία και ωυτή".

Γράφει ο Αργύρης Χιόνης

Υ.Γ " αναδημοσίευση από την εφημερίδα ¨Αυγή"
" Οι πίνακες είναι δουλειά δική μου , βασισμένη σε έργα μεγάλων ζωγράφων"