Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009

Κ. Γ..Καρυωτάκης - η πιστολιά που ακούστηκε από την Πρέβεζα -



Πρέβεζα , 21 Ιουλίου 1928.


Ο Κ.Γ. Καρυωτάκης, η ολοκληρωμένη προσωπικότητα , που ήταν στίχος η κραυγή του, έφυγε, με μια γενναία όσο και απελπιστική πράξη αυτοκτονίας.

-~ Η πιστολιά που ακούστηκε από την Πρέβεζα~ - ειδοποιούσε πως ο ποιητής αυτός ( ποιητής ουσίας και μορφής ) είχε πια πλάσει και δημοσιεύσει το έργο του και πως είχε φύγει από τη ζωή , βγαίνοντας ελεύθερα έξω από τον" τυραννικό πόνο του ανθρώπου και των πραμάτων".
******
"Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου , δώθε απ΄τ΄όνειρο και κείθε από τη γή!
Όταν απομακρύθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,
ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιωνία πληγή."

******
Κάτσε να σου πώ μια ιστορία .
Άντε, άναψέ μου το τσιγάρο κιόλας.
Ιστορία χωρίς καπνό δε γίνεται.

Θα σου μιλήσω για τη θάλασσα της ωραίας Πρέβεζας ,
τους ασήμαντους δρόμους που περπάτησα μέχρι τον Ελαιώνα ,
για το καφενείο που σύχναζα όταν έφθανε η ώρα επτά ....,
για την πλήξη της δουλειάς μου στη Νομαρχία
και για τον" Πόνο του Ανθρώπου και των Πραμάτων(1919)",
"τα Νηπενθή (1921)" , το " Ελεγεία και Σάτυρες (1927)",
για τον σπαραγμό, την καταλυτική αίσθηση της ποίησης,
το δράσκέλισμα στο φοβερό κατώφλι της αθανασίας.

- Στην Μαρία -

Δεσποινίς ,
Είναι μια εβδομάδα που βρίσκομαι εδώ, και δεν έχω τίποτε άξιο λόγου για να σας πληροφορήσω.
Κάθομαι στο γραφείο και βλέπω μια λουρίδα θαλάσσης, ένα πλάτανο, ένα πηγάδι και διάφορα άλλα ασήμαντα πράγματα.
Έγγραφα υπάρχουν φύρδην - μίγδην στα συρτάρια.
Ευτυχώς δεν έρχονται νέα, και δε θέλω ακόμη να θίξω τα κακώς κείμενα παλιά.
Περιμένω λοιπόν να έλθει το μεσημέρι.
Αφού γευθώ τον επιούσιον στο μοναδικό εστιατόριο της πόλεως , θα κοιμηθώ, έπειτα θα ξαναέλθω εδώ στο δημόσιο άσυλο, θα κάνω ένα λυσσαλέο περίπατο στην προκυμαία και τέλος θα έχω τη σπάνια τύχη να φάγω για δεύτερη φορά.
Έτσι θα περάσει κατά τον ενδόξότερο τρόπο και η σημερινή ημέρα, ακριβώς όπως επέρασαν και οι προηγούμενες, όπως θα περάσουν κι εγώ δεν ξέρω πόσες ακόμη ημέρες.


- Στον ξάδελφό του -

" Δωμάτιο ήβρα σ΄ένα ερειπωμένο σχεδόν σπίτι. Ελπίζω να μην πέσει πάρα πολύ σύντομα , ή ,αν πέσει , να μην είμαι μέσα , ή , αν είμαι , να μην πάθω τίποτε, δεδομένου μάλιστα ότι θα προφτάσω να πηδήσω στο απέναντι σπίτι, αφού ο δρόμος, ένας από τους κεντρικότερους , το επιτρέπει. Είναι γωνία, στην αγορά.........

Άλλο γράμμα

" Τώρα και κάμποσες μέρες έχουμε μουσική στο καφενείο της παραλίας, από δύο όργανα, δηλ. ένα σαντούρι και το φωνητικόν όργανον ενός Σμυρνιού.
Γραφικότατο κοινόν κάθεται στις καρέκλες ροφώντας απολαυστικά τσιτσιμπύρα.
Γύρω ένα τείχος τσαμπατζήδων .
Και μέσα στις βάρκες, γλυκύτατοι παρθένοι, κόραι αλιέων, ύστατοι φορείς του ρομαντισμού , λικνίζονται παθητικότατα υπό τους κλαυθμηρισμούς των αμανέδων.....

" Ζωγραφική δεν άρχισα, ούτε φαίνεται πιθανό ν΄αρχίσω ελλλείψει κεφιού.... Σου εσωκλείω ένα ποίημά μου ( το ΄Πρέβεζα΄, με τίτλο "Επαρχία" ).


"Θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται

στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια

.........

ο ελαιώνας , γύρω η θάλασσα κι ακόμη

ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους

.......

- Αν τουλάχιστον μέσα στους ανθρώπους

αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία

σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,

θα διασκεδάζαμε όλοι την κηδεία.

Στις επτά η ώρα , κάθεται στο καφενείο, όπου ελπίζει να είναι μόνος:


Από άλλη επιστολή του.

" Ο Νομαρχών Εισηγητής ( τυφλός ) και ο Λογιστής της Νομαρχίας ( χωλός ) μου κάναν τη σχετική πρώτη επίθεση για παρέα , αλλ΄ απεκρούσθησαν αναιδέστατα κι έκτοτε δεν επανήλθαν.
Εν τούτοις είναι καλότατοι άνθρωποι κι αυτοί και όλοι οι άλλοι φουκαράδες που στεγάζονται στο ίδιο με μένα άσυλο" .

Γράφει συνέχεια γράμματα , απευθύνεται σε πρόσωπα , για να μην είναι μόνος. Νοιώθει εξόριστος και η αποστροφή του στο ποίημα " Πρέβεζα" , δεν αφορά τη συγκεκριμένη πόλη, αλλά τις κλειστοφοβικές συνθήκες της επαρχίας γενικότερα , πόσο μάλλον της επαρχίας στην δραματική εποχή του ΄20.

--Είναι κτισμένη στο λαιμό του Αμβρακικού κόλπου απέναντι από το Άκτιο και επικοινωνεί μ΄ένα στενό άνοιγμα με το Ιόνιο Πέλαγος.
Για την " ωραία Πρέβεζα " σου μιλώ , την δική του Πρέβεζα , του ποιητή μας, με την αποθέωση του προσωπικού ύφους , το μακάβριο χιούμορ και την σπαρακτική αλήθεια μέσα από τον στίχο του.
--Επικοινωνεί με δυό θάλασσες μια ανοιχτή και μια κλειστή και η θέση της σε σχέση με το ύψος της εσωτερικής θάλασσας, είναι χαμηλή ,
δημιουργώντας κάποιες φορές μια αίσθηση , ότι βουλιάζει μαζί με τους ευκάλυπτους στην Κυανή ακτή της,
και ότι καθρεπτίζεται στα χρώματά της κάθε νοσταλγικό απόγευμα .
Αν σε βρει συναισθηματικά ευάλωτο αυτό το μέρος, όπως τον Ποιητή μας, μπορεί να βουλιάξεις και συ μαζί της.

- -Περιμένοντας στην Πρέβεζα την καινούργια απόσπαση για την πρωτεύουσα ,γράφει , αλλάζοντας διαθέσεις από την πιο σαρκαστική στην πιο θανατερή, δίνοντας μερικές μέρες διορία στον εαυτό του μέχρι τις 29 του μηνός, Ιουλίου 1928 , μήπως από τις ενέργειες των δικών του κάτι συμβεί.
Τι ειρωνία ! δεν την εξάντλησε την διορία που είχε δώσει στον εαυτό του, γιατί εκ των υστέρων του είχαν εγκρίνει και αναρρωτική άδεια σαράντα πέντε ημερών.
Αλλά ο Καρυωτάκης θα έφευγε έτσι κι αλλιώς , είτε με αναρρωτική άδεια , είτε "αλλιώς" ......
Η μετριότητα είναι αμείλικτη με ότι προεξέχει σ΄όλες τις εποχές!

Β. Ρώτας( Φεβρουάριος 1928)

"Μελαγχολικό παιδί ο Καρυωτάκης, μα τον είχα συμπαθήσει από την πρώτη φορά που παρουσιάσθηκε με τον Πόνο του Ανθρώπου και των Πραμάτων.
Αγκαλιά φτωχικιά τότε και δειλή, όμως έδειχνε ευγένεια και σεμνότητα η θλιμμένη του εμφάνση .......
Μαραζώνει απογοητευμένος από τη ζωή που φεύγει, παράκαιρα , δίχως χαρά ή λύπη, δίχως ικανοποίηση, τσακίζεται και τα ρίχνει τ΄άρματα":

Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής,

όταν ακούσεις ανθρώπους

Ο Β.Ρώτας καταλογίζει όμως στον ποιητή " εγωπάθεια" , "μελαγχολία και θλίψη, δίχως αφορμή", παρομοιάζοντάς τον σαν ένα πεισματάρικο παραχαιδεμένο παιδί που κρέμασαι μούτρα από εγωπάθεια και βαριεστημάρα......

Τέλλος Άγρας (1938)

" Η δική μας η γενιά εβγήκε , σχεδόν όλη από την Βιβλιοθήκη του Φέξη. Απ΄εκεί επήγασαν τ΄αγαθά της , απ΄εκεί και τα ελλατώματά της:
κι ο λυρισμός της , αλλά κι η μεγαλοστομία της ΄η θεωρητική της μόρφωση, αλλά κι ο προφητικός της τόνος - ο <μεσσιανισμός> της ' απ΄εκεί , τέλος η γερμανοπάθεια κι η ασιανοπάθεια , που ζωηρά άλλωστε καθρεφτίστηκαν όλ΄αυτά στα τότε αντιπροσωπευτικά φιλολογικά περιοδικά των νεωτέρων.
Ο Καρυωτάκης απ΄όλα αυτά έλλειπεν.
Αμέτοχος ο άνθρωπος, η εργασία του άγνωστη.
Αυτός ερχόταν , μονος του, απ΄αλλού.
Ερχόταν αργά, από δρομο δικό του.

Αληθινά ο Καρυωτάκης είναι ο αντιπροσωπευτικός ποιητής μιας εποχής κατά τα λεγόμενα του Γρυπάρη και τότε ίσως ήταν η επισημότερη καθιέρωση του έργου του ποιητή.
"<< Αν προσέξετε, θα ιδείτε ότι κάθε εποχή βρίσκει τον αντιπρόσωπό της. Παλαιότερα τον εβρήκε στον Καβάφη. Έπειτα στον Βάρναλη . Τελευταία στον Καρυωτάκη.>>"

¨Τον εγνώρισα τέλος και προσωπικά. Τον εγνώρισα σ΄ένα λαμπρό - τουλάχιστον τότε - και, υπηρεσιακώς , σχεδόν ανεξάρτητο, Παράρτημα του Υπουργείου της Προνοίας στην οδό Κοραή μέσα σ΄ευρύχωρο και αξιοπρεπέστατο γραφείο, με χαλιά, με καλοριφέρ, με καινούργια έπιπλα, με πέτσινες πολυθρόνες - κι εκείνος μόλις είχε γυρίσει από τη χειμωνιάτικη Ευρώπη, άψογα ντυμένος - όπως πάντα, άλλωστε - , υπάλληλος με πολύ καλή θέση , πρόθυμος και περιποιητικός, τουλάχιστστο στο φαινόμενο, ομιλητικός και συνετός.
Ήταν μάλλον κοντόσωμος, τα μάτια του έπαιζαν , ανήσυχα και άστατα.
Το στόμα και το πηγούνι ήσαν χαρακτηριστικά βαρυθυμίας. Μα κατά τα λοιπά , σχεδόν τίποτε πάνω δεν έδειχνε κάτι το ιδιόρυθμο ή το αποκαλυπτικό. Όσο για την ομιλία του, ήταν από τις λίγες τίμιες , στρωτές ομιλίες: ανεπιτήδευτη, κανονική, διαφωτιστική - και απλή.
Το γέλιο του , μόνον αυτό δεν ήταν τόσο απλό.
Ο Καρυωτάκης γελούσε συχνά, δηλαδή , μαλλον χαμογελούσε συχνά΄ μα , παράξενο πράγμα! Ακριβώς αυτό το χαμόγελο ήταν το μόνο που φανέρωνε όλη του την πικρία!
Χαμογελούσε , μπορεί να πεί κανείς , μόνο με το μισό πρόσωπο. Τ΄άλλο μισό έμενε όπως πριν. Και έτσι η φυσιογνωμία του γινόταν, θαρρείς, ακανόνιστη, διχασμένη, δισυπόστατη. Και κατέβαζεν αμέσως τα μάτια κάτω, σα να ΄κανε αμαρτία.¨
Ως την ημέρα του θανάτου του , ολίγες φορές είχαμε ξανασυναντηθεί, τις περισσότερες στην οδό Σταδίου.
Ο Καρυωτάκης , ο ίδιος πάντα. Φορούσε τάχα την προσωπίδα του κοινωνικού ανθρώπου; Με ανεχόταν; Ίσως....
Ημπορούσε κι ο Καρυωτάκης να δημιουργήσει ψευδαίσθηση, όπως άλλοι ρομαντικοί. Εγινε αντιθέτως , ρεαλιστής.
Ημπορούσε να μείνει, όπως κι άλλοι ρομαντικοί , μελαγχολικός.
Η μελαγχολία δεν είναι παρά ευγένεια. Η μελαγχολία είναι τεκμήριο ευαισθησίας , κι η ευαισθησία δεν είναι πρόσφορη μόνο για τη λύπη, παρά εξίσου για τη χαρά, την τρυφερότητα, τον θαυμασμό , την έκσταση, τη λατρεία!
Ημπορούσε να μείνει μελαγχολικός. Έγινε τραγικός.
Ημπορούσε να φιλοσοφήσει, ν΄αναχωρήσει εις την Τέχνη. Ημπορούσε να γίνει φιλόσοφος. Έγινε σατυρικός.
Αυτό το χάσμα ανάμεσα στα χοικά και στα πνευματικά , στην ομορφιά και στην ανάγκη, δεν το έκλεισε ποτέ ως το τέλος.
Στεκόταν εκεί εμπρός του , να το βλέπει , να το πιστοποιεί αδιάκοπα και να το φωνάζει και στους άλλους.

Ο ρομαντισμός της φαντασίας - που μισει τον ρεαλισμό της λογικής.
Ο ρεαλισμός της λογικής - που πνίγει τον ρεαλισμό της φαντασίας .
Ελευθερία και μίσος.
Κίνδυνος , αλλά και πείσμα.

Μανόλης Λαμπρίδης ( Ιούλιος 1955 )

........ Ο Καρυωτάκης αηδιασμένος εντελώς από τον αστικό κόσμο, και μη βρίσκοντας τίποτε άξιο λόγου αλλού πουθενά , τραβάει την Άρνησή του ως την έσχατη λογική συνέπεια , και πραγματοποιεί την έξοδο " απ΄ τη μαύρη τούτη κόλαση" .

Η άρνησή του και η διαμαρτυρία του είναι καθολική και σπαραχτική:

( Αισιοδοξία )

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει

από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής,

κι ας τραγουδήσουμε , το τραγούδι να μοιάσει

νικητήριο σάλπισμα , ξέσπασμα κραυγής -

τους πυρρούς δαίμονες , στα έγκατα της γης,

και, ψηλά, τους ανθρώπους, να διασκεδάσει.


Αυτή η βαριά απελπισία , χωρίς το αντίβαρο μιας πολύ δυνατής πίστης πως δεν είναι εφικτή καμιά ξεχωριστή, ατομική λύτρωση, μπορεί να τραβήξει στο γκρεμό τον ευαίσθητο ποιητή:
Ο Καρυωτάκης βρίσκεται σε γοερή - και ενσυνείδητην - αντίθεση προς τον κόσμο των αστών , τον γεμάτο ψέμα και απανθρωπιά.
Τα ιδανικά που φλογίζουν και καίνε τον Ποιητή - τη Λευτεριά , την Αρετή, την Ανθρωπιά, την Αξιοπρέπεια - τα έχουν απεμπολήσει οι αστοί.
Ξεσκεπάζοντας με πικρό σαρκασμό την υποκρισία τους και τη σαπίλα τους δείχνει όλον τον πόνο της τρυφερής ψυχής του.
Και δεν αρνιέται ¨κατ΄αρχήν¨ μόνο τον αστικό κόσμο. Αποδοκιμάζει και σαρκάζει τις καθημερινές εκδηλώσεις και σχέσεις των αστών , την κενότητά τους, το σνομπισμό τους.

Κάθαρσις ( πεζογράφημα)

~ Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω , να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος , να κυλώ και να φθάσω.

Κανάγιες!

Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.....~

Ο Καρυωτάκης κι ο Καβάφης δεν είναι ποιητές της ιδεολογίας των κλονιζόμενων κυρίαρχων. Εκφράζουν την παρακμή της κυρίαρχης τάξης. Δεν αγωνιούν μήπως χάσουν κάτι - ή έστω μήπως χαθεί κάτι που αξίζει και που χωρίς αυτό ο κόσμος θα γινόταν άσχημος: αυτό αποτελεί την ουσία της συντηρητικής ψυλογογίας. Εκφράζουν την παρακμή απέξω. Η στάση τους είναι αποδοκιμασία , χλευασμός , μυκτηριασμός των " αξιών" , περιφρόνηση και αηδία. Δεν ανήκουν ηθικά στην άρχουσα τάξη και δεν την εκπροσωπούν καλλιτεχνικά . Βρίσκονται αντιμέτωποί της - κι όταν ακόμα στέκονται στο κενό ...

Το γεγονός ότι ο Καρυωτάκης , όπως και ο Καβάφης χρωστούν την καθιέρωσή τους στην " ένοχη τόλμη" των αστών της παρακμής., δε σημαίνει πως είναι και οι ίδιοι εκπρόσωποι του "λυρισμού της παρακμής και της αρρωστημένης ψυχολογίας του παρακμιασμένου αστού".

Αναμφισβήτητα , και ο Καβάφης και ο Καρυωτάκης "βγαίνουν " από την παρακμή. Όχι , όμως λογικά, παρά διαλεκτικά. Όχι σαν θέση , συντηρητική του φθίνοντος, παρά σαν άρνησή του.

Τ΄αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς

το μάτι ανοιγοκλεί προτού δακρύσει

Κ.Γ.Κ

Βιβλιογραφία:

Άπαντα Κ.Γ.Καρυωτάκη ( Μελετήματα - Β.Ρώτας , Τ.Άγρας, Μ.Λαμπρίδης )

Βρέχει φώς (Κ. Γκιμοσούλης )

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009

Η ιστορία του αλυσοδεμένου ελέφαντα

Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μου άρεσαν πιο πολύ τα ζώα.
Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα , είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών.
Στην παράσταση , το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του…
Όμως , μετά την παράσταση και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος. Μια αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του.
Ωστόσο, το ξύλο ήταν αληθινά μικροσκοπικό κι έμπαινε σε ελάχιστο βάθος μέσα στο έδαφος. Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και ισχυρή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι το ζώο που μπορεί να ξεριζώσει δέντρα με τη δύναμή του , θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει.
Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο .
Γιατί δεν το σκάει;
Όταν ήμουν πέντε ή έξι ετών πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων.
Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο, τον πατέρα μου ή ένα θείο μου, για το μυστήριο του ελέφαντα. Κάποιος μου εξήγησε ότι ο ελέφαντας δεν το έσκαγε γιατί ήταν δαμασμένος.
Έκανα τότε την προφανή ερώτηση :- Κι αφού είναι δαμασμένος , γιατί τον αλυσοδένουν;
Δεν θυμάμαι να πήρα κάποια ικανοποιητική απάντηση. Με τον καιρό , ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα.
Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα - ευτυχώς για μένα- , ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε να ανακαλύψει την απάντηση.

Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν σένα παρόμοιο παλούκι από τότε που ήταν πολύ , πολύ μικρός.

Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τον νεογέννητο ανυπεράσπιστο ελέφαντα δεμένο στο παλούκι. Είμαι βέβαιος ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει , τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευθερωθεί.
Μα παρόλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφέρει , γιατί εκείνο το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του .
Φαντάστηκα ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο…
Ώσπου, μια μέρα , μια φρικτή μέρα για την ιστορία του , το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του.
Αυτός ο πανίσχυρος και θεόρατος ελέφαντας που βλέπουμε στο τσίρκο δεν το σκάει , γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής.
Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένοιωσε λίγο μετά τη γέννησή του είναι χαραγμένη στη μνήμη του.
Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση.
Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του….


Από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ ¨ Να σου πω μια ιστορία¨

Σάββατο 30 Μαΐου 2009

ΕΚΛΟΓΕς ΣΕ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΟ!

Η ώρα της απόφασης (αχ ) )!

Ψηφοφόροι που δεν πήγαν στις παραλίες και στο κυνήγι του πρώϊμου Καλοκαιριού, αλλά αφού ψήφισαν το γλεντούν κοιτάζοντας προς την " Εσπερία " μπας και τούτη τη φορά αλλάξει κάτι ;

Ψηφοφόροι ετεροδημότες !

Προεκλογικές ζυμώσεις!

Εδώ μόλις τέλειωσε η ομιλία του αρχηγού!

Και τώρα που τελειώνουν οι επιδοτήσεις και οι αγρότες είναι παραγκωνισμένοι
στις πενιχρές συντάξεις , τι κάνουμε πατριώτες ;

Τρίτη 19 Μαΐου 2009

εκτός από τις εκλογές υπάρχει και η τέχνη *

Ενόψει κλίματος Ευρωεκλογών , ονομάτων που θα μπουν επικεφαλής ,
σημειωτικά να παραπέμπουν κάπου,
καινούργιων σχηματισμών μικρών και μικρότερων ,
όπως οι Οικολόγοι – Πράσινοι , με ονόματα από « άξιους ανθρώπους »
και δεί της τέχνης , να μας κλείνουν το μάτι να τους εμπιστευτούμε και να τους ωθήσουμε για την Ευρωβουλή!

Όπου εκεί θα παλέψουν για την διάσωση της γης , από την μόλυνση , τον αφανισμό των ποταμών ,
λιμνών , το λιώσιμο των πάγων , τις εκπομπές ρύπων , της φύσης με λίγα λόγια , γιατί δεν μπορεί να ζήσει και να δημιουργήσει ο άνθρωπος αν δεν είναι εναρμονισμένος μαζί της.

Ναι ! για όλα αυτά , πως αλλιώς θα μπορούσε να προχωρήσει ο κόσμος μας;
Αλλά εκεί στην Ευρωβουλή είναι και τα Σύμφωνα Νομισματικής Σταθερότητας , οι πολιτικές του Μάαστριχ ,
οι συντηρητικές πολιτικές και η επιτήρηση των οικονομιών των χωρών μελών αν ξεφύγουν από τους επιθυμητούς αριθμούς σε ( Ελλείμματα, ΑΕΠ, Ισοζύγια , Επιδοτήσεις, προϋπολογισμοί, κ.τ.λ.).
Για όλα αυτά, τα κόμματα έχουν άξονες πολιτικής αντιμετώπισης και προγράμματα και τα παρουσιάζουν .
Μήπως λέω, καλοπροαίρετη επιφύλαξη , έτσι χωρίς κόστος για τα παραπέρα δύσκολα της οικονομικής κρίσης του νεοφιλελευθερισμού και των συνεπειών της , ζητείται η ψήφος των πολιτών κατευθυνόμενη μονοδιάστατα και ανώδυνα μόνο στην οικολογία;
Αγωνιούμε λίγο έως πολύ , περισσότερο οι πλέον συνειδητοί για την αποξένωσή μας από τη φύση, την καταστροφή του περιβάλλοντος , την καταστροφή της γης, την αλλοίωση της ζωής, αλλά σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση,
την ολοένα και αυξανόμενη ανεργία, τους καθηλωμένους μισθούς , την υγεία , την παιδεία , τις συντάξεις, την φτώχεια και την απαξία των αξιών.

Καλοπροαίρετα σκέφτομαι ότι λίγο ανέξοδη και εύκολη λύση , ίσως λέω είναι η κατάθεση της ψήφου μας μόνο προς την οικολογία, που μας ζητάνε να τη διαχειριστούν!
Αλλά στα ονόματα που είναι επικεφαλής , άξιοι άνθρωποι ναι ,κάποιοι, όχι πολύ μακριά στον χρόνο πίσω, επιχειρηματολογούσαν στα Μ.Μ.Ε σε άλλους πολιτικούς σχηματισμούς « να τ΄αλλάξουν όλα στο κόμμα τους »…., πάλι τώρα με ευκολία προσαρμοστικότητας μας κατευθύνουν διαφορετικά!…….....

- Αλλάζοντας όμως θέμα θα αναφερθώ στην τέχνη , που μας ομορφαίνει την ζωή και τον κόσμο μας.

Στην έκθεση « το πορτρέτο ενός μουσείου »,από τη Συλλογή Αβέρωφ στο Μουσείο Μπενάκη , το κοινό ήρθε σε επαφή με έργα Ελληνων ζωγράφων του 19ου και 20ου αιώνα .
Μέσα από την συλλογή αποτυπωνόταν η πορεία της νεοελληνικής τέχνης από τον 19ου αιώνα , αιώνα κατεξοχήν του ιμπρεσιονισμού , μέχρι σήμερα.

Ξεχώριζαν έργα του Π. Πανταζή, Μ. Οικονόμου , Ν. Λύτρα, Γ. Μόραλη, Χατζηκυριάκου – Γκίκα, Γ. Ροιλού, Γ. Σπυρόπουλου , Μ. Χάρου, Θ. Απάρτη κ.α

«Το σπίτι που ονειρεύεται », έργο του Μ. Οικονόμου , στάθηκε η αφορμή για να αναφερθώ σ΄αυτόν τον ιμπρεσιονιστή μεγάλο ζωγράφο.
Το χρώμα του μελιού σε απαλή αρμονία με το γκρίζο μπλέ των νερών , κάνουν το σπίτι να μοιάζει σαν κομμάτι ονείρου , γαλήνης και παντοτινής επιστροφής στο τοπίο αυτό.

Μιχάλης Οικονόμου
(1888-1933)
Ο Μιχάλης Οικονόμου ήταν διακεκριμένος Ελληνας Ζωγράφος της εποχής του Μεσοπολέμου.
Γεννήθηκε στον Πειραιά και πήρε τα πρώτα μαθήματα από τον θαλασσογράφο Κ. Βολανάκη.
Το 1906 πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει ναυπηγική , αλλά γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών,
όπου γνωρίζεται με τους κύκλους του μοντερνισμού και συμμετέχει στην καλλιτεχνική ζωή της πόλης.
Από το 1913 έως 1926 έκανε δύο ατομικές εκθέσεις στο Παρίσι και στο Λονδίνο .
Επιστρέφει στην Αθήνα το 1926 και κάνει την πρώτη του έκθεση στον “ Παρνασσό ”
και αργότερα στο φουαγιέ του Δημοτικού θεάτρου Πειραιά .
Το έργο του, που αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από τοπιογραφίες από την Νότιο Γαλλία και την Ελλάδα, χαρακτηρίζεται ως γνήσιο ιμπρεσιονιστικό.
Ζωγραφίζει τοπία με έντονο ρομαντικό αίσθημα, το τοπίο πλέον είναι ψυχική κατάσταση γι΄αυτόν.

Το έργο του διακρίνεται για την αβρότητά του, το λεπτό συναισθηματισμό και την ονειρική ατμόσφαιρα που περικλείνει.
Πεθαίνει τον Μάιο του 1933, στο Δρομοκαΐτειο χτυπημένος από προϊούσα εγκεφαλική παράλυση.
Το ζωγραφικό του έργο θαυμάστηκε και εκτιμήθηκε μετά τον θάνατό του.
Ο παρακάτω πίνακας είναι η " κόκκινη τέντα " (1929) .
Είναι ένας χρωματικός “ διάλογος” ψυχρών και θερμών χρωμάτων ,
με σχήματα ρευστά , χωρίς να υπάρχει μια στέρεη , ευθεία γραμμή,
σαν να βλέπουμε το τοπίο σε αντικατοπτρισμό!
* Βλέπετε , θυμήθηκα ένα παλιό σλόγκαν που κάποτε λέγαμε
" εκτός από τον ιμπεριαλισμό , υπάρχει και η μοναξιά"!!

Κυριακή 10 Μαΐου 2009

Ο Δρόμος της Μοναξιάς



Πάντα ζήλευα τους ανθρώπους που γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν στον ίδιο τόπο, στο ίδιο σπίτι, στην ίδια οδό, χωρίς να μετακινηθούν ποτέ, ούτε κατά έναν αριθμό, προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Είναι οι άνθρωποι που ποτέ δεν χρησιμοποίησαν τη φράση "Όταν έμενα στην οδό τάδε...", είναι αυτοί που ποτέ δεν τους έχασαν οι φίλοι, οι δικοί τους ή οι διάφορες δημόσιες υπηρεσίες. Ποτέ, επιστολές, που απευθύνονταν προς αυτούς, δεν επεστράφησαν στον αποστολέα με την ένδειξη "Αγνώστου Διευθύνσεως", γιατί ήταν πάντα εκεί, αμετακίνητοι, πιστοί στην ιδιότητα του παραλήπτη. Είναι οι άνθρωποι που λένε, με κάποιο κρυφό καμάρι: "Αυτό είναι το πατρικό μου σπίτι".
Εγώ, ελλείψει πατρικού σπιτιού και βιοτικής σταθερότητος, έγινα συλλογέας διευθύνσεως, εντός και εκτός της χώρας. Στα συρτάρια της μνήμης μου συνωστίζεται ένα πλήθος από οδούς και λεωφόρους, rues και avenues, straten και lanen, streets και avenues, vie και viali, calles και avenidas...
Όλες αυτές οι διαρκείς μετακινήσεις είχαν ως αποτέλεσμα να καταστεί ο δρόμος σύμβολο σταθερό στη ζωή μου και στην ποίησή μου, και να φτάσω κάποτε στο ακραίο σημείο να ταυτίζομαι μαζί του. Ως παράδειγμα, παραθέτω την τελευταία στροφή από το ποίημα "Διασπορά" (Σχήματα απουσίας, 1973):
Στο δρόμο, πάλι στο δρόμο,
οδοιπόροι και πορείες,
διανύοντας τον εαυτό μας,
χαμένοι μες στον εαυτό μας.
Εν προκειμένω, δεν πρέπει να παρεξηγηθεί το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο??? το ποίημα έχει γραφτεί για τη δική μου σχέση με τον δρόμο, αλλά οι ποιητές, αδύναμα άτομα, συχνά αναζητούν συντρόφους στην περιπέτειά τους. Η μοναξιά γίνεται έτσι λιγότερο ανυπόφορη, αφού δεν είναι δυνατό να εξαλειφθεί εντελώς.
Το ίδιο περίπου συμβαίνει και με το επόμενο μικρό πεζοποίημα, το VII από τις "Δώδεκα σπουδές" (Λεκτικά τοπία, 1983). Εδώ, ο ποιητής, ως υποκριτής που είναι, υιοθετεί το δεύτερο ενικό πρόσωπο, θέλοντας να δείξει ότι έχει πάρει, δήθεν, τις αποστάσεις του και παρακολουθεί, σαν απλός παρατηρητής, την τραγική ταύτιση κάποιου άλλου με τον δρόμο:
Ο δρόμος ξεκίναγε από μέσα του, τον τύλιγε σφιχτά ένα γύρο και ξαναγύρναγε μέσα του. Αυτός έμενε ακίνητος.
Πού να πάω, έλεγε, τόσο μεγάλη απόσταση πώς να τη διανύσω, έλεγε.
Βέβαια, σε κάθε ερωτική σχέση, επέρχονται ενίοτε ρήξεις και συγκρούσεις και αμφισβητήσεις...
Σε μια τέτοια λοιπόν φάση της σχέσεώς μου με τον δρόμο (αν θυμάμαι καλά, ήταν μια εποχή που νόμιζα ότι κάπου είχα ριζώσει), και χωρίς να ξέρω τι ακριβώς σκεφτόταν αυτός για μένα, προσπάθησα να τον αντιμετωπίσω ψυχρά και αντικειμενικά, φτάνοντας μέχρι του σημείου να αμφισβητήσω ακόμη και την ύπαρξή του. Έτσι προέκυψε το ποίημα Ι' (Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη, 1986):
Ο δρόμος από κάπου αρχινά, κάπου τελειώνει. Όσοι τον διανύουν πάνε κάπου??? ο ίδιος πουθενά δεν πάει. Όσοι τον διανύουν ξέρουν την αρχή του και το τέλος του??? η αρχή του δρόμου δεν ξέρει το τέλος του, ποτέ δεν έφτασε έως εκεί??? το τέλος του δρόμου δεν ξέρει την αρχή του, ποτέ δεν ξεκίνησε απ' αυτήν.


"Παίρνω το δρόμο", λέμε, αλλά ποτέ δεν πάρθηκε κανένας δρόμος.
"Χάνω το δρόμο", λέμε, αλλά ποτέ δεν χάθηκε κανένας δρόμος.
"Γυναίκα του δρόμου, παιδί του δρόμου", λέμε, αλλά ποτέ δεν είχε ούτε γυναίκα ούτε παιδί ο δρόμος.
Παράξενο, αλήθεια... Αναφερόμαστε σ' αυτόν σαν να 'ταν κάποιο πρόσωπο ή ζώο ή πράγμα... Λες να φοβόμαστε στο βάθος ότι δεν υπάρχει δρόμος, ότι δεν υπάρχουν παρά σπίτια ή χωράφια ή δάση δεξιά και αριστερά από μιαν έμμονη ιδέα που τη λέμε δρόμο;
Γράφοντας αυτό το ποίημα, νόμιζα ότι απομυθοποιούσα επιτέλους τον δρόμο, ότι τερμάτιζα μιαν άρρωστη σχέση που μάλλον οδύνη παρά ηδονή μου 'χε προσφέρει.
Φρούδες ελπίδες...
Αμέτρητες φορές ξανακύλησα κι άλλες τόσες επεχείρησα εκ νέου την ίαση, για να ξανακυλήσω, μέχρι που έκοψα με μαχαίρι τα ταξίδια και έχτισα ένα σπίτι στο πουθενά, μακριά από πόλεις, οδούς και αριθμούς, μακριά ακόμη κι από χωριά, σ' ένα απλό τοπίο. Μοναδική πρόσβαση στο σπίτι αυτό ένα μονοπάτι που τελειώνει στην αυλή μου, ένα αδιέξοδο. Έχω πια γλιτώσει, έχω λυτρωθεί απ' τη μανία της μετακίνησης, από τη σχιζοφρένεια της ταύτισής μου με τον δρόμο.
Ωστόσο, κάθε σοβαρή αρρώστια, ακόμη κι όταν περνάει, αφήνει πάντα κάποιο κουσούρι, όπως, ας πούμε, η βαριά πνευμονία ένα επίμονο βηχαλάκι. Έτσι, πιάνω, πού και πού, τον εαυτό μου ν' αναρωτιέται:
Ο δρόμος που τελειώνει σ' αδιέξοδο
ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις;


Σ' αυτές τις δύσκολες στιγμές, ψιθυρίζω, σαν ξόρκι, τον στίχο του Γιαπωνέζου ποιητή Καμιμούρα Γιουτάκα: "Μείνε ακίνητος, αφού, όπου κι αν πας, στο ίδιο μέρος θα βρεθείς" ή εκείνον του δικού μας, του Ηρακλείτου: "Οδός άνω κάτω μία και ωυτή".

Γράφει ο Αργύρης Χιόνης

Υ.Γ " αναδημοσίευση από την εφημερίδα ¨Αυγή"
" Οι πίνακες είναι δουλειά δική μου , βασισμένη σε έργα μεγάλων ζωγράφων"

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ και ο Ποιητής κάθε ματωμένης Πρωτομαγιάς



Ο Ποιητής Γ.Ρίτσος και οι ματωμένες Πρωτομαγιές .

Η ματωμένη Πρωτομαγιά του 1936

Το Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη μια αρχική απεργία των καπνεργατών πήρε διαστάσεις και έγινε πανεργατική.
Μέσα σε λίγες μέρες το απεργιακό κύμα είχε εξαπλωθεί σε Ξάνθη, Αγρίνιο, Κομοτηνή, Σέρρες και Ελευσίνα.
Ο Ι. Μεταξάς σε επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη είναι απόλυτος.
Οι Αρχές πρέπει να χτυπήσουν τους διαδηλωτές στο ψαχνό.
Στις 9 Μάη στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου από τις σφαίρες των οργάνων της τάξης πέφτει νεκρός ο οδηγός Τάσος Τούσης.
Οι διαδηλωτές εξοργισμένοι τοποθετούν το νεκρό πάνω σε μια πόρτα και τον περιφέρουν στους δρόμους της πόλης σε μια «λιτανεία» - καταγγελίας, διαμαρτυρίας και αντίστασης.
Οι νεκροί θα φτάσουν τους 12 και οι τραυματίες τους 300. Στο σημείο της συμπλοκής θα στηθεί αργότερα το Μνημείο του Καπνεργάτη.
Η μάνα του νεκρού Τάσου Τούση, που πληροφορήθηκε τα γεγονότα, τρέχει, πέφτει πάνω στο νεκρό παιδί της και μοιρολογεί.


Την επόμενη μέρα ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει τη φωτογραφία με τη μάνα που θρηνεί το νεκρό παλικάρι, ενώ γύρω της απλώνεται μια απέραντη ερημιά.



Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος
Πρωτομαγιά του 1909 ήρθε στον κόσμο, στη Μονεμβασιά, ο Γιάννης Ρίτσος, ο ποιητής της Ρωμιοσύνης, ο ραψωδός κάθε ματωμένης Πρωτομαγιάς στον τόπο μας και στον κόσμο.

10 Μάη του ’36, ο Ρίτσος βλέπει στην εφημερίδα τη φωτογραφία της τραγικής μάνας, διαβάζει τις περιγραφές των αιματηρών συγκρούσεων και συγκλονίζεται.
Όπως θα γράψει αργότερα, κλείστηκε στη σοφίτα του και κλαίγοντας σαν παιδί θα συνθέσει τον «Επιτάφιο».
11 Μάη, το ποίημα δημοσιεύεται στο «Ριζοσπάστη» και την ίδια ώρα εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα, ρεκόρ για την εποχή.
Τόσο γρήγορα εξαντλήθηκε το βιβλίο που η δικτατορία της 4ης Αυγούστου δεν βρήκε παρά μόνο 250 αντίτυπα, τα οποία καίγονται στους στύλους του Ολυμπίου Διός μαζί με άλλα «ανατρεπτικά» βιβλία.

Η Ύβρις(Η κορυφαία στιγμή της οργής, καθώς η Μάνα στρέφεται προς το Θεό)

«…Ω Παναγιά μου, αν ήσουνα, καθώς εγώ, μητέρα,
βοήθεια στο γιο μου θάστελνες τον Άγγελο από πέρα.

Κι, αχ, Θε μου, Θε μου, αν ήσουν Θεός κι αν είμασταν παιδιά σου
θα πόναγες καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματά σου.

Κι αν ήσουν δίκιος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει.

Γιε μου, καλά μου τάλεγε το γνωστικό σου αχείλι
κάθε φορά που ορμήνευε, κάθε φορά που εμίλει:

Εμεί ταγίζουμε ζωή στο χέρι : περιστέρι,
κ' εμείς ούτ’ ένα ψίχουλο δεν έχουμε στο χέρι…



1 Μάη του 1944

Η εκτέλεση των 200 της Καισαριανής.
Έργο, χαρακτικό του Τάσσου.

»

Το Μάη του 1963, δολοφονήθηκε ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης.
Δεν ήταν Πρωτομαγιά, αλλά 22 Μαΐου.
Ο Γρηγόρης Λαμπράκης μιλούσε σε συγκέντρωση των "Φίλων της Ειρήνης" για την παγκόσμια ύφεση όταν δέχτηκε επίθεση από άγνωστους με ρόπαλα.
Έξω απ' την αίθουσα ο Λαμπράκης χτυπήθηκε από τρίκυκλο και τελικά εξέπνευσε στις 27 Μαΐου. Ο Λαμπράκης είχε συμμετοχή σε ειρηνιστικές πορείες τον Απρίλιο του 1963 στην Αθήνα, κι ήταν απ' τα κεντρικά πρόσωπα στην εκδήλωση για την Πρωτομαγιά στο γήπεδο του Παναθηναϊκού.
.

Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

Φάδερ Ημών


Αποσπάσματα από το βιβλίο του Μάνου Βουράκη ¨ΦΑΔΕΡ ΗΜΩΝ ¨

**Ο Θεός θεωρώντας τον Ιησού ακατάλληλο στιλιστικά για τη Δευτέρα Παρουσία ,
ντεμοντέ για τα σύγχρονα δεδομένα και βαρετό , επιλέγει στη θέση του το μικρότερο γιό του , τον Τζές.
Ο Τζές είναι ένας μοντέρνος Θεάνθρωπος , που έχει όλα τα φόντα να κάνει καριέρα ως Σωτηρας .
Ο Θεός του δίνει εντολή να κατέβει στη Γή και να λύσει το επικοινωνιακό πρόβλημα των ανθρώπων, να τους απαλλάξει από την ιδιωτική τηλεόραση και τις πιστωτικές κάρτες.

---Ο Τζές μαζεύει δώδεκα εντυπωσιακές μαθήτριες και περιπλανιέται ανά την υφήλιο , διδάσκοντας μεγάλες αλήθειες για την ψηφιακή ευσέβεια, το θρησκευτικό μάνατζμεντ και το ντιζάιν εσωτερικών κόσμων, φιλοδοξώντας να εντάξει τη θρησκεία στο γήινο λάιφ στάιλ.
Με το σταυρό στο χέρι, δεν καταφέρνεις τίποτα πλέον, αν δεν είναι Cartier,

διαδίδει παντού , χαρίζοντας απανωτά εγκεφαλικά στο Μεγαλοδύναμο,

που βλέπει με τρόμο το δευτερότοκο γιο του να αναδεικνύεται σε απόλυτο sex symbol ενός απελπιστικά ανώριμου πλανήτη!!! ***
........
Το επόμενο δύσκολο βήμα ήταν ν΄ανακοινώσει τις αποφάσεις του ο Θεός στον Ιησού,

κι αυτή η σκέψη του΄φερε προς στιγμήν κάποια νευρικότητα.
Γυρνώντας στο σπίτι , βρήκε τον Ιησού με τον Ιωάννη όπως ακριβώς τους είχε αφήσει ο Τζές.
Σε βαθειά περισσυλογή , χωμένους στις μπερζέρες του σαλονιού να παίζουν σκάκι μπροστά στο τζάκι ακούγοντας το " Αι γενεαί πάσαι"..............

Ως γνωστόν ο Θεός επιβάλλεται να μην έχει τάκτ, αφού του είναι παντελώς άχρηστο.
Οι αποφάσεις του οφείλουν να είναι συναισθηματικά ουδέτερες, συντακτικά ακριβείς και ν΄ανακοινώνονται άμεσα και λακωνικά χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους το τάιμινγκ.
Γι΄αυτό , μόλις πλησίασε τον Ιησού μπήκε αμέσως στο ψητό.

" Άκουσε, γιέ μου ", είπε και τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα του.

" Η ώρα της Δευτέρας Παρουσίας έφτασε."

Εκεί κάτω", έδειξε με το χέρι του το πάτωμα υπονοώντας τη Γη, " η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο και πρέπει να πάει κάποιος να τους πει δυο κουβέντες".

Ο Χριστός έριξε μια αλλοπαρμένη ματιά εκεί που έδειχνε ο Πατέρας του.

Σηκώθηκε από εκεί που καθόταν , έκανε μερικά βήματα και γονάτισε αργά. Άνοιξε τα χέρια του σε στάση προσευχής , έκλεισε τα μάτια κι έσφιξε τα χείλη από συγκίνηση, ενώ ο Ιωάννης παράτησε το σκάκι κι έτρεξε αναστατωμένος κοντά τους.

" Αυτός ο κάποιος , όμως ", συνέχισε με σαδιστικό ρεαλισμό ο Θεός, " ΄δεν θα είσ΄εσύ"..............

" Μα , Πατέρα ",ψέλλισε , "αυτό δεν γίνεται! Η Γη, Πατέρα, είναι .. είναι ο τομέας ευθύνης μου.
Την έχω αναλάβει εγώ, το ξεχνάς;
Έχω κάνει τόσες σχέσεις τα τελευταία 2.000 χρόνια εκεί κάτω , έχω θυσιαστεί γι΄αυτούς.
Μου έχουν κάνει τόσα εκατομμύρια αγάλματα, πίνακες ζωγραφικής, εικόνες, με λατρεύουν σαν Θεό,.. εεε, δηλαδή είμαι ο Θεός τους..." είπε αμήχανα.

" Τους υποσχέθηκα να γυρίσω και με περιμένουν".

Έστειλε το απεγνωσμένο βλέμμα του ν΄αναπαυτεί πάνω σε κάτι ασημένιες φλοκάτες στο βάθος του σαλονιού.
" Δεν μπορείς να μου το κάνεις αυτό Πατέρα!" ψιθύρισε ξέπνοα...........

"Ακουσε παιδί μου ", είπε πατρικά και κάπως νωθρά ο Μεγαλοδύναμος.

Αν βαριόταν κάτι, αυτό ήταν το κήρυγμα.
" Οι άνθρωποι δεν είναι πια άνθρωποι.
Είν΄ένα είδος ανθρώπων που δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι άνθρωποι αν υπήρχαν πραγματικοί άνθρωποι - άνθρωποι κυριολεκτικά ανθρώπινοι κι όχι κάτι σαν άνθρωποι με ανθρώπινα στοιχεία αλλά χωρίς ανθρωπιά, 'οπως είναι σήμερα.
Αυτοί οι άνθρωποι διαφέρουν από τους ανθρώπους που γνώρισες.
Είναι πιο απάνθρωποι.
Δεν τους ενδιαφέρει να σώσουν την ψυχή τους.
Τους ενδιαφέρει απλά ν΄αγοράσουν καλύτερο κινητό τρίτης γενιάς με μπλου τουθ και μέμορι στικ ντούο προ στο 1 Γίγα.
Ο Θεός κοίταξε το γιό του με μια έκφραση θεικής λύπησης.

" Κι εσύ αγόρι μου, με την τεχνολογία δεν τα πας καθόλου καλά. Θα βρεθείς ξαφνικά σ΄έναν άγνωστο ψηφιακό κόσμο....
και θα σου πάρει χρόνο να προσαρμοστείς.
Τα πράγματα δεν είναι όπως παλιά.
Βρίσκεσαι ακόμη στη φάση που νομίζεις ότι το μεγαμπάιτ είναι είδος αποδημοτικού πουλιού, σωστά τα λέω; Κι αυτό δεν είναι καλό".
..........

"Θα προσαρμοστώ Πατέρα, θα δεις!" .........

Ο Θεός άρχισε να φορτώνει.

" Δεν είναι μόνο αυτό , παιδί μου. Κοίτα τα ρούχα σου, Κρις.
Αν εμφανιστείς ξαφνικά μ΄αυτό το χιτώνα , θα σε κλείσουν σε ίδρυμα.
Η εικόνα σου είναι πλέον αναχρονιστική. Είσαι εκτός εποχής παιδί μου".

Ο Ιησούς κοίταξε τον εαυτό του από πάνω ως κάτω με απορία.
Έπιασε τις πτυχώσεις του χιτώνα με τα δυό του χέρια, τις τέντωσε κι έκανε μια χαριτωμένη περιστροφή....

"Μα Πατέρα , με αυτό το ρούχο με ξέρουν, μ΄αυτό μ΄εμπιστεύονται".
Με την κίνηση που έκανε, ανασηκώθηκε το μανίκι και φάνηκε το ρολόι του.
Ηταν ένα χρυσό Rolex που του είχαν χαρίσει οι Απόστολοι πριν από μερικά Χριστούγεννα και το φορούσε συνέχεια επειδή έδενε τέλεια με το φωτοστέφανο...............

Ο Θεός έκανε μια ελαφριά γκριμάτσα απογοήτευσης.

" Παιδί μου , δεν υπάρχει πλέον αυτό το ρούχο εκεί κάτω.
Έχει καταργηθεί.

Μόνο εσύ κι ο Ντέμης Ρούσσος το φοράτε πια. Θα σε περάσουν για ψώνιο και θα σε χλευάσουν πιο πολύ από την προηγούμενη φορά. Δεν το καταλαβαίνεις;

" Μα, Πατέρα, δεν κάνουν τα ράσα τον Παπά..."

" Τι λες , αγόρι μου , " απάντησε με αγανάκτηση ο Θεός, " αυτή η παροιμία έχει πάψει να ισχύει από καιρό!
Έχω βγάλει και σχετική ανακοίνωση.

Έτσι όπως έχουν γίνει τα πράγματα εκεί κάτω , μόνο τα ράσα κάνουν πλέον τον παπά.".........

Σάββατο 21 Μαρτίου 2009

H Τέχνη και η Ποίηση μας βοηθούν να Ζήσουμε:



Μαν'ολης Αναγνωστάκης
( Θεσσαλονίκη 1925)



Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα

Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;

Ξέρει να σφιγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζ'ητηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;

(Και αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).

Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου μας περνά μια ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.

Φτάνουνε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέπτες να φωνάξεις τ΄ονομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα

Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.
Μα ποιός θα΄ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που
πέφτει;

Μα ποιός θα μετρήσει μια μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;

Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια νύχτα απρόσιτη τα ΄σαπια τους όνειρα΄

Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.



Γιώργος Σεφέρης
( Σμύρνη 1900- Αθήνα 1971)

...............

Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει




κι αν "ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς"
είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το
κολύμπι

εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν
να κινήσουν

την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.

Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά
σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν κανένας αργάτης

καμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που
βασιλεύει
ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ΄άσπρα και στα
χρυσά.




Τάκης Σινόπουλος
( Πύργος Ηλείας 1917-1981)


Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ΄το πλήθος
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα.

Ήταν
στ΄αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται . Μα δε φωνάζει βοήθεια.



Διστάζω. Λέω να πάω εκεί . Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από φύση μου φτειαγμένος να παραξενεύομαι.


Ποιός είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.

Ξένη φωτιά μη την ανακατεύεις μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο Ποιητής μοιράζεται στα δυό.