Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Ζήτω»»» η δημοκρατία της Κανδελάριας
Μπορεί πια κανείς να παρέμβει στη χώρα της απόλυτης παρακολούθησης, για να σώσει αθώους πολίτες ,  ανήμπορους και άσχετους στα παιχνίδια του θανάτου , που με περίσσια « μαγκιά- εγώ χτυπάω γυναικόπαιδα ρε , ποιος μπορεί εμένα να με σταματήσει , ελέγχω τους κουτόφραγκους , που σαν κοτ’οπουλα πέσανε στην παγίδα της βιντεοσκόπησης του μεγάλου αδελφού-» , περνάω σαν «ανόητο ον του ζωικού βασιλείου» περνάμε έξω από τα παράθυρά σας με τις μηχανές μας και αφού σας γεμίσουμε χημικά σας χτυπάμε με τα ¨ γαμάτα προγράμματα ¨ των κινητών μας και αύριο θα μετρήσουμε νεκρούς.;
Το πρωί όμως εμείς οι κατά συρροή και έξη πλέον φονιάδες θα έχουμε το εμπόρευμα ,που μας υπόσχονται για να έχουμε την δύναμη και τον έλεγχο εμείς με την «κτηνώδη αφασία και την ωμότητα ,που μας διακρίνει » από εσας τους « πονετικούς και υγιείς πολίτες».
Ενώ εσείς άυπνα ανθρωπάκια , που πιστεύετε στην δημοκρατία , θα έχετε το πρωί κατακερματισμένα συκώτια , μισοεγκεφαλικά , καρκίνους όλων των ειδών , και μια πολιτεία  να συμπεριφέρεται σαν προτεκτοράτο των ισχυρών , που πουλάει τους κατοίκους της έναντι «πινακίου φακής , δηλ. θα τους κρατούν στην εξουσία με κόστος ανθρώπινα κεφάλια, ζωές έντιμες ανολοκλήρωτες πολιτών « καλών ».
Και τι κέρδ’ισατε λοιπόν κατέχοντες την εξουσία και πουλήσατε την ψυχ’η σας και τους αθώους  στα γεράκια και τους γύπες  του ναζισμού και του σκοταδισμού;
Τους γνωρίζετε , τους καταγγέλλουμε , αλλά τους συναγελάζεστε ή τους χρησιμοποιείτε για  την « πλανεύτρα εξουσία» , -  όμως για το δικό μου το συκώτι , που όλη νύχτα κατακερματίζουν , το κεφάλι  ,ποιος θα λογοδοτήσει στην υπέροχη χώρα της « δημοκρατίας , των δικαιωμάτων , της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης »;
Υπάρχουν ονόματα , διευθύνσεις , φορείς , εφόσον μας σκοτώνουν ανηλεώς , οφείλετε να τα δώσετε όλα στο φως και να απαλείψετε .
Λυπάμαι , αλλά  όταν στέλνουν στο σπίτι μου τους « ηλίθιους μηχανόβιους «» για να μας χτυπήσπυν τη ν ώρα που θέλουμε να κοιμηθούμε και άλλοτε να ακούς επάνω στην διένεξή τους τούτο το φρικιαστικό « τι  τους μ.λ.κ.ς  παίζουν οι κυβερνώντες , δεν καταλαβαίνουν ότι χωρίς αυτούς εδώ νεκρούς , δεν μπορούν να κυβερνήσουν»»».
Σημειωτέον =στους αυτούς εδώ είμαι μέσα και η υποφαινόμενη  = , που μετά τα μεσάνυχτα  εξιστορεί τον κόσμο μας , του καφκικού εφιάλτη τον παραλογισμό , τον φασισμό που σαν φίδι διαπερνάει και δαγκώνει . Θα ζητήσουμε ευθύνες κάποτε από όλους όσους ευθύνονται για όλα αυτά και προπάντων που δεν τα σταματούν .
Πότε στο χείλος της αβύσσου , η του θανάτου μας με βασανιστήρια, που τα γνωρίζετε και τα εγκρίνετε με έναν τρόπο , όταν οι πολλοί δεν γνωρίζουν και δεν βάλλονται για να μην  υπάρξει μαζική αντίδραση.


Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Φασισμός με επικάλυψη κουλτούρας.
Πως αλλιώς να ονομάσεις ΄η να περιγράψεις  τα αποψινά δρώμενα στην πόλη του Αμβρακικού κάτω από τα ωραία έργα του Σπαρτιώτη , την τενεκεδένια όπερα του νερού και του «ονείρου».
Που λέτε έφθασα στις εννιά ακριβώς στην σκηνή και όπως όλοι αποθανατίσαμε με τα κινητά το έργο στην Βρυσούλα , πίσω από το Λούνα Πάρκ  και περιμέναμε την έναρξη του μουσικού συνόλου από τα Γιάννενα. 
Φθάνοντας βέβαια με καλοσωρίσανε  με το χαρακτηριστικό πια «ξύσιμο « δεξιά και πλάγια.
Δεν πτοήθηκα , κάθισα δίπλα σε μια καλόκαρδη ηλικιωμένη Πρεβεζάνα , που ευγενικά μου πρόσφερε τη θέση που κρατούσε δίπλα της.
Ξεκίνησε η συναυλία λουσμένη από την αυγουστιάτικη πανσέληνο , που καθρεφτιζόταν στα νερά του Αμβρακικού , μαζί με τα κομμάτια της τενεκεδένιας όπερας του  Λ.Σπαρτιώτη.
Προσπαθούσα να παρακολουθήσω και να αφουγκραστώ τους ήχους , εις μάτην ο επίμονος στοχευμένος ψεκασμός με εκνεύριζε και με κρατούσε σε αγωνία για το κακό που σκόπευαν να μου κάνουν .
Κρατούσα σφιχτά τα χέρια μου ενωμένα στην κοιλιά , αλλά άρχισε  ο πόνος που έφτανε μέχρι ψηλά στα κόκαλα κάτω από το πνευμόνι .
Έκανα γιγάντια προσπάθεια να καθίσω μέχρι το τέλος της μουσικής παράστασης , αλλά η επίδειξη δύναμης φασιστικής συνεχιζόταν στα « γυναικόπαιδα «, δηλ σε μένα , σαν να σου σφύριζε «με τα όργανά σου και τα ανθρώπινα κομμάτια σου θα ταΐσουμε τους εμπόρους του θανάτου» , « σκάσε και ανέμενε το μοιραίο».
Με πόνους μετά μουσικής που λένε τελείωσε η συναυλία και ξεκίνησα να οδηγήσω για το σπίτι μου.
Στο δρόμο με ανανδρία περισσή οι ποντικοί αυτοί , που καμιά αρχή , όπου έχω απευθυνθεί , δεν τους ανακαλύπτει , ενώ αλαλάζουν σκοτώνοντας, με κτυπούσανε στο συκώτι , μέχρι που μια ζέστη –φλόγα έκαψε τα σωθικά μου , και το τιμόνι παρέκκλινε ευτυχώς ελαφρώς από την δυστυχή  αυτοσυγκέντρωσή μου.
Εσείς που τηρείτε τον νόμο και την εύρυθμη λειτουργία της πολιτείας , θα αφήσετε τους ναζιστές κανίβαλους να μας σκοτώνουν σιγά σιγά , κάνοντας επίδειξη δύναμης φασισμού και καταπάτησης κάθε στοιχειώδους αρχής .
Μας ακολουθούνε παντού , ολόκληρο Καλοκαίρι πίσω μας κρυμμένοι και φανερά να μας «κατακρεουργούνε τα συκώτια μας , τα μέλη μας , τα κόκαλά μας ».
Ζεστή βραδιά , πόσο να μείνεις με το φως αναμμένο και να γράφεις , αφού όλοι τους γνωρίζονται και εσένα ,εμένα που δεν « γουστάρουν « μας δείχνουν » ψεκάζοντά μας και μετά χτυπώντας για θάνατο – καρκίνο .
Τι τα θες τους έχουν συνηθίσει σε κρέας ανθρώπινο , ζεστό ,χοχλαστό , και  όλοι γνωρίζονται  μεταξύ τους , και μόλις μας δείξουν και δεν μας θέλουν στον άγριο –αισχρό και βάρβαρο κόσμο τους , μας τελειώνουν χωρίς να δικαστεί έστω ένας δολοφόνος κρυφός και είναι τόσο πολλοί πια ;

Τι θα γίνει?

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Στην Πρέβεζα , σαν τον Καρυωτάκη.

Όλα μοιάζουν να είναι ξένα και σε σκιά στην πόλη που κάποτε ήταν η πόλη της ξεγνοιασιάς , της αθωότητας, του ονείρου ,που θα αποδρούσε κάποτε  για ολόκληρο τον κόσμο.
Τότε ο ποιητής αδυνατούσε να ζήσει στην αποκομμένη , φτωχική επαρχία , με του λερούς και ασήμαντους δρόμους , σήμερα οι ποιητές θα πέθαιναν από την υπερβολική συνεχή ρίψη χημικών και τους αδιάφορους με την πονηρή γεμάτη συνενοχή ματιά κατοίκους και επισκέπτες.
Να κινούνται όλα στον ρυθμό της καλής  φαινομενικά  ζωής , του τουρισμού , «να βγάλουν  τα μαγαζιά κέρδος , να κερδίσουν το ευρώ » , αυτό να ακούς συχνά και με ότι κόστος , βιάζοντας την γη, την θάλασσα με ρόζ , φυτρί , κόκκινες , πράσινες πλαστικές ξαπλώστρες , κοντάρια από ομπρέλες μπηγμένα μονίμως στην ίδια θέση στην άμμο να τους περιμένουν το επόμενο πρωί , χωρίς να κουραστούν να ξαναστηθούν , βιάζοντας την φύση και τον αέρα προπάντων.
Ο αέρας ,που μύριζε θαλάσσια αύρα και όστρακα , τώρα στην  υπηρεσία του εμπορίου , ίσως και μάλλον και του σκοτεινού εμπορίου , είναι στο χωριό και στην πόλη βαρύς , γεμάτος σωματίδια μετάλλων ,που στοχεύουν τους «εκλεκτούς πολίτες» , που δεν μαζοποιούνται , ούτε και σαν πεταλωμένα «ζώα» στριμώχνονται στο μαντρί του αλλοτριωμένου δήθεν καλοκαιρινού μποέμ κόσμου.
Αν ζούσε ο ποιητής φανταστείτε στην πόλη , θα τον είχαν κεντράρει στο «σπιτάκι που ζούσε» και θα τον τέλειωναν αυτοί με την χημική τους συνεχόμενη δουλεία( σαν τα καθυστερημένα εκεί να τους επιπλήττεις για το κακό που κάνουν ,αλλά αυτοί με την αμετροεπή «νεοελληνομαγκιά» να συνεχίζουν το έργο του θανάτου .
Στην πόλη αυτή κανείς δεν σταματάει τον θάνατο , μόνο μετά με μισόλογα τάχα αναρωτιούνται < και άλλος άδικος θάνατος>.
Εσείς που γνωρίζετε , για την ασυλλόγιστη ρίψη χημικών ,που σκοτώνουν όποιον στοχοποιήσουν για κάτι ( επικεντρώνονται στα ευπαθή όργανα και τα καρκινοποιούν εν ευθέτω χρόνω) , γιατί δεν μιλάτε ,δεν είσθε ή είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι για το κακό στον συνάνθρωπό μας; Ή πιστεύετε ότι εσάς δεν θα σας βλάψουν ποτέ;
Μας έχουν οριοθετήσει το σπίτι , τα δέντρα , την θέση μας το απόγευμα κάτω από την ελιά με τα τζιτζίκια στην διαπασών , το βράδυ το μέρος που ακουμπάς  ειρηνικά ακούγοντας στην σιγαλιά τα τριζόνια και νάσου πετάγεσαι πάνω μ, πιάνεις την μύτη μέχρι σκασμού , το καταπίνεις παχύ , σκοτεινό , απειλητικό .
Από πού εισέρχεται , θυμώνεις , κοιτάς τον έναστρο ουρανό άυπνος για να αποφύγεις τα δηλητήριά τους , μόνο εσύ στην καρέκλα έξω στην σιγαλιά της νύχτας ,να κοιτάς απορημένος , αποκαμωμένος τον ουρανό , να μισείς τον αέρα ,που τα κουβαλάει, να μισείς το μέρος , τον άνθρωπο ,που είναι χειρότερο από κτήνος , να κάνεις αγωνιώδη προσπάθεια να απαλλαγείς από όλα αυτά για να ακούς τους ήχους των γρύλλων και να ανασαίνεις την  μυρωδιά από το σπιτικό νυχτολούλουδο.
Σταματήστε όλα αυτά τα εγκλήματα , αυτή την ύβρη στην ζωή και την φύση , τους θανάτους κατά το δοκούν, τον εντοπισμό με τα χημικά των ανθρώπων , για να τους θυσιάσετε στα χθόνια σχέδια κάποιων άρρωστων το λιγότερο εγκεφάλων .
Τι κρίμα για την πόλη των ερωδιών και των αργυροπελεκάνων, των παιδικών μας αναμνήσεων , των καλοκαιρινών βραδιών στην « Όαση », «στο Ακταίο» με τις μυρωδιές  του γιασεμιού,  του ψημένου καλαμποκιού και μακρύτερα της ψημμένης  σαρδέλας.