Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

ΒΑΡΒΑΡΌΤΗΤΑ - & ΠΟΛΙΤΙΣΜΌΣ

Aν και η ανάρτηση αυτή είναι ένα πολιτιστικό κάλεσμα, λόγω πιεσμένου χρόνου πραγματοποίησής του΄

θάθελα να εκφράσω την ανησυχία μου για τα γεγονότα, που διαδραματίσθηκαν χθες Παρασκευή 09-01-09 το απόγευμα, μετά το τέλος του μεγάλου Πανεκπαιδευτικού συλλαλητηρίου στην οδό Ασκληπιού 14 στο κέντρο της Αθήνας ,

με την επίθεση των ΜΑΤ αδιακρίτως και αναίτια εναντίον πολιτών , δικηγόρων και καθενός παρευρισκόμενου εκεί .

Αναρωτιέμαι αν μπορούσε να λογαριάζει κανένας σε ισχύ τους νόμους και το Σύνταγμα που παραβιάσθηκαν απροκάλυπτα,

εκτος ....... αν δούμε αύριο τους υπαίτιους να λογοδοτήσουν!


- Με ζαμπελίσιο ηπειρώτικο τσίπουρο , κεντητές τηγανίτες ,με παραδοσιακό και λαικό μουσικό πρόγραμμα , στις 12 Γενάρη στο Γκάζι, Δευτέρα 7 μ.μ, στον Πολυχώρο Τεχνόπολις, θα γίνει η παρουσίαση του νέου μυθιστορήματος της Βάντας Κουτσοκώστα " Το τραγούδι των λύκων".

Η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδας και άλλοι Ηπειρώτικοι Σύλλογοι διοργανώνουν , ένα πολυθέαμα τέχνης, λόγου, μουσικής και γαστρονομικής παράδοσης στην αίθουσα " ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ" του πολυχώρου " ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ " με την ευκαιρία της παρουσίασης του βιβλίου " το τραγούδι των λύκων".

Τα δρώμενα που θα λάβουν χώρα ειναι:

Α) 6-10 μ.μ στην αίθουσα " ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ " έκθεση φωτογραφίας του μεγάλου Έλληνα φωτογράφου Κώστα Μπαλάφα, αποκλειστικά έργα των συλλογών τις οποίες έχει προσφέρει στην αδελφότητα Κυψελιωτών Άρτας ( η Κυψέλη είναι ο τόπος καταγωγής του καλλιτέχνη ), αλλά και στην Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων ( των οποίων την καλλιτεχνική επιμέλεια έχει αναλάβει το φωτογραφικό αρχείο του μουσειου Μπενάκη).
Β) 7 μ.μ, η παρουσίαση του βιβλίου της ηπειρώτισσας συγγραφέως Βάντας Κουτσοκώστα με τίτλο " το τραγούδι των λύκων " .
Έχει θέμα ηπειρωτικό και είναι ένα βιβλίο - κραυγή για την ερήμωση και εγκατάλειψη των χωριών μας , την παράδοση , που χάνεται σιγά - σιγά και την οικολογική καταστροφή που τ΄απειλεί ανά πάσα στιγμή.

Γ) 8 μ.μ, Λαική και παραδοσιακή μουσική και τραγούδια με τον Αρτινό μουσικοσυνθέτη Τάκη Σούκα.
Σημαντική και η συμμετοχή του σπουδαίου καλλιτέχνη , δεξιοτέχνη του κλαρίνου Πέτρου Λούκα Χαλκιά, που θα παίξει Ηπειρώτικα Μοιρολόγια ,μαζί με την παρέα του Αχιλλέα Χαλκιά ( βιολί ), Αχιλ. Μαρκόπουλο ( λαούτο), Θοδωρής Μπαλντούμας(ντέφι).

Δ) Θα προσφερθούν σπιτικά, παραδοσιακά εδέσματα και ποτά , ηπειρώτικο τσίπουρο, ζυμαρόπιτα, κεντητές τηγανίτες, οι πασμάδες ή σκομαϊδες και οι νυφιάτικες μπουγάτσες.
Η ζυμαρόπιτα ή κασιόπιτα ή αλευρόπιτα ή χοσμερή είναι μια κατεξοχήν ηπειρώτικη πίτα, η οποία γινεται χωρίς φύλλο , με βάση το χυλό και παρόλο που είναι φτηνή ως προς τα υλικά , είναι πολύ γευστική και καταδεικνύει την ευριματικότητα της ηπειρώτισας μάνας, την οποία έπρεπε σε δύσκολους καιρούς να επιστρατεύσει για να μεγαλώσει τα παιδιά της

Ε) Το βιβλίο παρουσιάζει ο Γιώργος Αρμένης , σκηνοθέτης - ηθοποιός και θεατρικός συγγραφέας, ο αθρογράφος - συγγραφέας Δημήτρης Παπαχρήστου , 0 Πέτρος Ευθυμίου, πρώην υπουργός Παιδείας, ο Αργύρης Ντινόπουλος συγγραφέας, με προσφώνηση από τον πρόεδρο της Πανηπειρώτικης καθηγητή ιατρικής Κώστα Αλεξίου.

ΣΤ) Συντονίζει η δημοσιογράφος Αγλαϊα Κυρίτση, ο δημοσιογράφος των "Νέων" Γιώργος Παπαχρήστου.

Δευτέρα 12 Γενάρη , ώρα 7 μ.μ στην αίθουσα " Κωστής Παλαμάς" της " Τεχνόπολις" του Δήμου Αθηναίων- Πειραιώς 100. Γκάζι. σ΄'ενα αφιέρωμα στις μικρές ορεινές μας πατρίδες.

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2009

ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ - Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ -




STOP !!! Ας ΤΟΥς ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟς !!



Συνηθίζει κανένας σιγά - σιγά.
ΈΧΩ προσέξει πως ο άνθρωπος έχει μέσα του ένα άσωστο απόθεμα από προσαρμοστικές δύναμες που τόνε γλιτώνουν από μεγάλες δυστυχίες και
κυρίως από την τρέλα.
Έγινε πια μια κατάσταση τούτος ο τρόπος ζωής.
Καμιά φορά συλλογιέμαι πως άν τα μαρτύρια της αιώνιας κόλασης ήταν αλήθεια , οι κολασμένοι θάχαν όλο τον καιρό για να συνηθίσουνε μια μορφιά στα βάσανά τους , ώστε να μπορούν να καπνίζουν το τσιγαράκι τους μες από το καζάνι της πίσσας, ανάβοντάς το από τις φλόγες του μαρτυρίου τους.
Τη μέρα κοιμόμαστε ανασκελωμένοι στα σκοτεινά, για κουβεντιάζουμε και χαρτοπαίζουμε με το κερί αναμμένο.
Μα αυτό ολοένα γίνετα πιο σπάνια. Κανένας δεν έχει όρεξη για κουβέντα. Λέμε μονάχα τα απαραίτητα για την υπηρεσία , για να αισχρολογήσουμε ή για να βριστούμε. Ύστερα σε πιάνει ένας ύπνος σαν αρρώστια. Είναι γεμάτος κούραση, βραχνάδες και λάγνα όνειρα.
Ξυπνάς ποτισμένος από τον ιδρώτα κι από τις εκκρίσεις.
Σα νυχτώσει, όλος αυτός ο κόσμος ζωντανεύει και σαλεύει.
Βγαίνει από τα λαγούμια και κάνει πόλεμο.
Σκεπασμένοι με σκοτάδι ένα πλήθος άντρες ξετρυπώνουν αράδες - αράδες μες από τα χαντάκια, φορτωμένοι με τα σύνεργά τους, και τραβάνε καμπουριασμένοι στο ξέσκεπο. Αυτό γίνεται με οκνές κινήσεις , όσο μπορεί δίχως θόρυβο και χωρίς τσιγάρο.
Παν, έτσι μηχανικά, για να σκάψουνε , να βάλουν σύρματα, ν΄αφουγκραστούνε στ΄ακουστικά φυλάκια. Πάνε για να στήσουν ενέδρες.

Κάποτε γυρίζουν λειψοί.

Τότες η Ημερησία Διαταγή τους " διαγράφει της δυνάμεως του λόχου" και ο Μπαλαφάρας παίρνει τις διεύθυνσες τω σπιτιώ τους για να στείλει τις δαχτυλογραφημένες του " ωραίες επιστολές".
Μέσα στη σκοτεινιά η πυραμίδα του Περιστεριού σηκώνεται πιο μαύρη και πιο άγρια , τυλιγμένη μέσα στο μυστήριό της. Η κορφή της αγγίζει τον ουρανό. Κ΄η καταπιεστική σιωπή που βγαίνει από το αρματωμένο βουνό είναι πιο τρομερή από χίλιες κανονιές.
Ξαφνικά από τις πλαγιές τινάζεται μια λυγερή κοκκινωπή γραμμή. Οι άνδρες τότες πέφτουνε μπρούμυτα χάμου, όπου βρεθούν. Γιατί σε λίγο, από την άκρη αυτού του φωτεινού κοτσανιού που λιώνει, ανθίζει ένα περίλαμπρο φωτολούλουδο. Ένας μικρός ήλιος.

Είναι η ρο υ κ έ τ α.

Ανάβει ψηλά μέσα στον αγέρα και φεγγοβολώντας ανυπόφορα ζυγιάζεται ταλαντευτικά, λυκνίζεται ανάερα και αρμενίζει προσεχτικα στο κενό.
Είναι το λαγοκοιμάμενο μάτι του Περιστεριού.
Ανοίγει ξάφνου το βλέφαρό το που μέσα στη νύχτα , ύποπτα και αυστηρά , ψάχνει να δει που είμαστε και τι κάνουμε. Το φανάρι αυτό φωτίζει σαν μέρα πάνω σε έχταση χιλιομέτρων. Προχωρά σιγά και σκεφτικά , σαν να το κρατά και το περιδιαβάζει ψαχουλεύοντας χάμου ένα τεράστιο αόρατο χέρι.
Κατόπι ολοένα πλησιάζει αργά- αργά στη γης και σβηέται ή κρύβεται κάπου. Σ΄όλο αυτό το διάστημα κανένας δεν κάνει να σαλέψει. Κανένας δεν ανασαίνει. Σε λίγο ανάβει κι άλλο , κι άλλο. Ανάβουν απανωτά κι από τις δυό μεριές.

Να μην ξέρεις πως είναι πόλεμος, θα πάρεις όλη τούτη τη φωτοχυσία που λούζει τα βουνά σαν μια γιορτή χαράς και καλοσύνης.
Προψές το βράδυ έπεσε μια τέτοια ρουκέτα πάνω σ΄ένα έρημο χωριουδάκι , πούναι ανάμεσα σ΄εμας και στους Βουλγάρους. Μεγάρεβο το λεν. Έπεσε σε κάποια στέγη κι άναψε πυρκαγιά. Κάηκαν τρία σπίτια.
Κατόπι καταλάγιασε η φωτιά μονάχη της , χωρίς να τη σβήσει κανένας.
Το αδειανό χωριουδάκι φωτιζόταν πένθιμα, με τα παράθυρά του ανοιχτά, γεμάτα σκοτάδι. Πέφτουν αναμμένες ρουκέτες και μέσα στα ξερά χορτάρια και μέσα στα στάχυα του μικρού κάμπου, που μάταια ωρίμασαν για τους θεριστάδες. Λείπουν και δε θάρθουν με τα δρεπάνια τους και με τα τραγούδια τους ποτέ πιά.
Τα στάχυα καίγουνται ώσπου να βαρεθούν να καίγουνται.
Κάποτε γίνεται μια επίθεση, μια αναγνώριση, ένα " κού ντέ μαίν" σ΄έναν τομέα γειτονικό. Τότες το θέαμα είναι αφάνταστο. Μαζί με τις άσπρες ρουκέτες ανάβουν οι χρωματιστές. Πράσινες, κόκκινες, κίτρινες , βυσσινιές.
Περπατάνε στον ουρανό πολύχρωμες κάμπιες , φλογεροί δράκοντες που κουλουριάζοντας σαν λαβωμένοι κι αργοσέρνονται ανάμεσα στ΄άστρα . Ξεφυτρώνει σφυρίζοντας ένα βυσσινί τσουνί και στην κορφή του γίνεται μια έκρηξη.

Τότες αρχίζουν ν΄αναβρύζουν απ΄εκεί ψηλά ολάκερο συντριβάνι από πολύχρωμα αστέρια. Στάζουνε σε τσαμπιά και σβήνουν κατεβαίνοντας. Όλα αυτά είναι συμφωνημένα σήματα για πυροβολικά και λογής πυρά.
Αρχίζει καταπόδι το κανόνι. Απ΄το Περιστέρι , από μας. Πότε - πότε κι από τους δυο μαζί. Οι πυροβολαρχίες γυρεύουνται για να εξοντωθούν ανάμεσό τους. Αυτό είναι που λεν " μονομαχία πυροβολικού ".
Τότες γίνεται κάτι τρομερό και ωραίο. Αχ, αλήθεια δεν μπορώ να μην το πώ: ωραίο !

Είναι το πιο μεγαλόπρεπο πράμα που θα μπορούσα να νιώσω στη ζωή μου. Όταν ο τομέας μας πέφτει έξω από τη δράση , σέρνουμαι στο χαράκωμα και κολνώ το σαγόνι στα χώματα του προπετάσματος. Είμαι ένα μάτι κι ένα αυτί διάχυτο μέσα σ ΄αυτή την παράξενη πλάση, μια ύπαρξη που πάλλεται από κακομοιριά και περηφάνια.
Στα ριζά των βουνών ξεδιπλώνονται μέσα στο σκοτάδι γιορντάνια από διαμάντια , ξαστράφτουνε μια σειρά και σβήνουν. Είναι οι πυροβολαρχίες που ρίχνουν με την αράδα. Τότες οι λαγκαδιές αρχίζουνε κι ουρλιάζουν.
Κλαίν΄βογκάνε παρακαλεστικά με τους αντίλαλους, στριγγλίζουν, γαβγίζουν ξεσυρτά και βρυχιούνται. Η απόλυτη σιωπή γίνεται μονομιάς κοσμοχαλασιά. Ο αγέρας έχει γλώσσες που πλαταγίζουν, έχει δάκτυλα σε χίλια στόματα και σφυρίζει λυσσασμένα. Όγκοι του αγέρα μετατοπίζουνται βίαια .

Ο ουρανός σκίζεται πέρα για πέρα σαν χασές. Μέσα στο κενό περνάνε σαγίτες αφανέρωτες . Σφεντονίζουνται οχιές θυμωμένες. Καμτσίκια παντού , καμτσίκια που χαρακιάζουν τον αγέρα και δέρνουν , δέρνουνε σκληρά τους λόφους. Αυτοί κλαίνε σκυφτοί, καμπουριασμένοι, σα να γυρεύουν να καταχωνιαστούνε στα έγκατα της γης, να γλιτώσουν.

Οι σπηλιές μουγκρίζουν και βογγάνε γοερά. Χίλιοι τιτάνες αλαλάζουν ,δαγκώνουν μ΄απελπισμένο πείσμα τα δάκτυλά τους και χουγιάζουν.

Ο αγέρας τότε τρέμει σαν χορδή από τόξο. Κι΄οι καρδιές των ανθρώπων τρέμουνε σαν τα φύλλα της λεύκας.

Τις οβίδες που περνάν δεν τις βλέπεις. Όμως τις αιστάνεσαι με όλο σου το κορμί. Που είναι την κάθε στιγμή, πως τρέχουνε, που πάνε.

Μερικές σκίζουν θαρείς την επιφάνεια της λίμνης. Κάμουν έναν ήχο δροσερό, φλιφλίζουν σαν να τρέχουν πάνω σε γαληνεμένα νερά. Άλλες κάνουν τρομερή φασαρία. Λες κ΄έχουνε στηθεί μες στο σκοτάδι θεόχτιστα σιδερένια γεφύρια από το Περιστέρι ως εμάς και περνάν πάνωθέ τους ξεχαρβαλωμένα βαγόνια φορτωμένα σιδερικά. Μερικές τους σφυρίζουν σε ορισμένον τόνο, σχεδόν χαρούμενες.

Αυτές οι φαντάροι τις λέν " αηδόνια ". Κι απ΄ αλήθεια είναι σαν τα πουλιά που το σκάσαν απ΄το κλουβί και χύθηκαν τ΄αψήλου αβάσταχτα, σφυρίζοντας το τραγούδι της λευτεριάς. Μέσα σ΄αυτό το χάος των ήχων , μέσα στις ξέφρενες κραυγές της νύχτας, ακούγεται το καταπληχτικό σκούξιμο από τις εκρήξεις.

Η οβίδα που σκάνει σκούζει μ΄εκδικιτικήν οργή. Είναι ένα τέρας τυφλό, όλο ρύγχος , που χύνεται και σπαράζει με σιδερένια δόντια τη γης.

Ένα μηχανικό χτήνος είναι που μιλιούνια ανθρώποι πατούκωσαν μέσα στη χοντρή κοιλιά του συμπυκνωμένη την όχτρα τους και τόστειλαν να δαγκώσει.

Και σαν σκάσει , όλες αυτές οι όχτρες, χιλιάδες όχτρες που λουφάζουν , φυλακισμένα δαιμονικά έμβρυα μέσα στην ατσαλένια της μήτρα, ξαπολιούνται σαν ένα κοπάδι λυσσάρικες σκύλες.Γουργιάρουν με τις δικές τους τις παρδαλές φωνές, τις γοερές και παράξενες.

Πάντα το νοιώθω αυτό το συναίστημα κοντά στο σκάσιμο της οβίδας.

Υπάρχουν ανθρώπινες φωνές, σου λέω, εκεί μέσα.

Φωνές που στριγγλίζουν από ανιξελέωτο πάθος. Είναι ανθρώποι που ουρλιάζουν και τρίζουν τις μασέλες με αφρούς στα δόντια. Ακούς τα τα υστερικά τσιριχτά του φονιά που μπήγει το λάζο μέσα σε ζεστό κρέας.

Αναγνωρίζεις τη νικητήρια κραυγή του ανθρώπου που καρφώνει το μαχαίρι στο βυζί του μισημένου. Γυρίζει στριφτά με τη φούχτα την κάμα μέσα στη σάρκα.

Βογκά ηδονικά το χορτασμένο πάθος του και πίνει αλαλιασμένος την αγωνία του άλλου, που σπαρταρά κάτω από το δυνατό γόνατο και χτυπιέται χάμου , ξερνώντας από το λαρύγγι μαζί με το αίμα και την ψυχή του.

Σαν αρχίσουν να σβαρνάν και το δικό μας χαράκωμα, τρυπώνουμε στ΄αμπριά και περιμένουμε διαταγές. Στο χαράκωμα μένουν μονάχα οι παρατηρητές. Συναλλάζουνται τότες συχνότερα. Ο βομβαρδισμός είναι το υπέρτατα δυνατό συναίστημα που μπορεί να βαστάξει ο άνθρωπος.

Είσαι πεσμένος μπρούμυτος μες στο χαράκωμα γιά μές στο υπόγειο αμπρί.

Έχεις στο στόμα μια γέψη σαν από γύψο. Την ψυχή σου τη βαστά κυριευμένη βαθιά θλίψη, μια δονούμενη τρομάρα, μια μικρυντική συγκέντρωση.

Κουλουριάζεσαι μέσα στον εαυτό σου, καταφεύγεις μέσα στο κουκούτσι της ύπαρξή σου και θέλεις αυτό το κουκούτσι νάναι μικρό σαν του κερασιού και σκληρό , αδιαπέραστο σαν το διαμάντι.

Η ψυχή σου είναι γονατιστή, γεμάτη θάμαξη και ιερό δέος. Προσεύχεται με λόγια που δεν τα καταλαβαίνεις ούτε τάκουσες ποτέ σου εσύ , σ΄έναν Θεό που ποτέ δεν τον υποπτεύτηκες εσύ.

Είναι μια μικρή φλόγα λαμπάδας , μιαν αστενικιά φλόγα κυματιστή, που σαλεύει και πάει να ξεκολλήσει από την άφτρα της. Σαλεύει να ξεκολλήσει και να ρουφηχτεί ανάλαφρα προς τα πάνω από το πεινασμένο κενό.



Είναι πολύ απάνθρωπο πράμα ο β ο μ β α ρ δ ι σ μ ό ς. Είναι φ ρ ι χ τ ό.
Μα είναι θεικά μεγαλόπρεπο. Ο άνθρωπος γίνεται Τιτάνας και κάνει τη Γής να σκούζει κάτου από τις χτυπιές του. Γίνεται Εγκέλαδος και Τυφώνας , ανασηκώνει τα βουνά, παίζει στα δάκτυλα τ΄αστροπελέκια και κάνει τις αδάμαστες φυσικές δυνάμεις να τσιρίζουν σαν δαρμένες γάτες.

Είναι ο " ποιών την γην τρέμειν, ο απτόμενος των ορέων και καπνίζονται ".


Απόσπασμα από το " βιβλίο του πολέμου" * Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ *

του Στρατή Μυριβήλη